Αλάτι: Ο ύπουλος εχθρός της καρδιάς

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

StumpleUpon DiggIt! Del.icio.us Blinklist Yahoo Furl Technorati Simpy Spurl Reddit Google Twitter FaceBook

Πόλεμο κατά του αλατιού κήρυξε για το 2010 η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, με οδηγό τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, καθώς μεγάλες μελέτες αποδεικνύουν ότι η απουσία της αλατιέρας από το τραπέζι μπορεί να σώσει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους από καρδιαγγειακά επεισόδια.


Το αλάτι μπαίνει _ μετά τα λίπη _ στο στόχαστρο των επιστημόνων της Δημόσιας Υγείας. Το σύνθημα του ΠΟΥ είναι: «Μειώστε το αλάτι στο φαγητό, σώστε τα αγγεία, την καρδιά, τα νεφρά και τη ζωή σας».

Μια επιστημονική ανάλυση, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στην επιθεώρηση New England Journal of Medicine από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ και του Κολεγίου Παθολόγων και Χειρουργών του Πανεπιστημίου Κολούμπια, υπολόγισε ότι εάν οι Αμερικανοί μείωναν την πρόληψη αλατιού κατά μισό κουταλάκι του τσαγιού την ημέρα ή κατά 3 γραμμάρια, αυτό θα μείωνε τον ετήσιο αριθμό περιπτώσεων στεφανιαίας νόσου κατά 60.000 - 120.000, καρδιακών εμφραγμάτων κατά 54.000 - 99.000, εγκεφαλικών επεισοδίων κατά 32.000 - 66.000 και των θανάτων από κάθε αιτία κατά 44.000 - 92.000. Ταυτόχρονα, θα γλίτωνε τη Δημόσια Υγεία από κόστος 24 δισεκατομμυρίων δολαρίων τον χρόνο.

Ο επικεφαλής των ερευνητών δρ Κirsten Bibbins-Domingo συμπέρανε ότι ακόμα και πολύ μικρότερη μείωση της πρόσληψης αλατιού _ κατά ένα γραμμάριο την ημέρα, που θα πραγματοποιούνταν έως το 2019 _ «θα ήταν πιο αποτελεσματική στη μείωση της πίεσης από ό,τι τα φάρμακα για τα άτομα με υπέρταση».

Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Μάικλ Μπλούμπεργκ κάλεσε τους υπεύθυνους των αλυσίδων εστιατορίων και των βιομηχανιών τροφίμων να ελαττώσουν την ποσότητα αλατιού στα προϊόντα τους κατά 25% μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, με σκοπό τη μείωση της αρτηριακής υπέρτασης.

Και μια μελέτη από Αυστραλούς ερευνητές, που δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα στην Αμερικανική Επιθεώρηση Κλινικής Διατροφής, βρήκε ότι το 67% των τροφίμων του εμπορίου περιέχουν ποσότητα αλατιού πολύ μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη. Το περισσότερο αλάτι βρέθηκε ότι περιέχουν οι σος και τα αλείμματα, ενώ στη δεύτερη θέση ήρθαν τα επεξεργασμένα κρέατα (αλλαντικά).

Η μέση ημερήσια κατανάλωση αλατιού παγκοσμίως υπολογίζεται ότι είναι 9-12 γρ. κατά άτομο, με τον ΠΟΥ να συνιστά κατανάλωση έως 5-6 γρ., δηλαδή ένα κουταλάκι του γλυκού.

«Η ποσότητα αυτή εξακολουθεί να είναι περίπου δέκα φορές μεγαλύτερη από την ποσότητα που κατανάλωνε ο άνθρωπος μέσα στα εκατομμύρια χρόνια της εξέλιξής μας», λέει ο καθηγητής Παθολογίας Χρύσανθος Ζαμπούλης, διευθυντής της Β' προπαιδευτικής Παθολογικής Κλινικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πρόεδρος της Ελληνικής Αντιυπερτασικής Εταιρείας.

«Τα τελευταία 200-300 χρόνια αποκτήσαμε τη συνήθεια να καταναλώνουμε υπερβολικές ποσότητες αλατιού. Η μείωσή του στην ποσότητα των 5-6 γρ. θα φέρει μείωση στα αγγειακά επεισόδια κατά 24% και ελάττωση της θνησιμότητας λόγω στεφανιαίας νόσου κατά 18%».

Μελέτες, που έγιναν σε φυλές στη ζούγκλα της Βενεζουέλας, τεκμηριώνουν την άμεση συσχέτιση υπέρτασης και πρόσληψης αλατιού. «Όπως οι πρόγονοί μας τα τελευταία εκατομμύρια χρόνια, έτσι και αυτοί προσλαμβάνουν 10 με 250 mg την ημέρα, δηλαδή ένα τέταρτο του γραμμαρίου», λέει ο καθηγητής.

«Μάλιστα, βρέθηκε ότι στις φυλές αυτές άτομα ηλικίας 70 ετών είχαν τα ίδια επίπεδα αρτηριακής πίεσης με άτομα 20 ετών!».

Ο κ. Ζαμπούλης τονίζει ότι το μισό από το παραπανίσιο αλάτι που λαμβάνουμε κάθε μέρα προέρχεται από το ψωμί και τα δημητριακά πρωινού. Η Μεγάλη Βρετανία έπεισε τις εταιρείες παρασκευής ψωμιού και δημητριακών να ελαττώσουν στο μισό το αλάτι στα προϊόντα τους, ενώ ανάλογη προσπάθεια επιχειρεί φέτος η Πορτογαλία.

«Η αιτία για την ανάπτυξη υπέρτασης σε 3 στους 10 ενηλίκους οφείλεται στη μεγάλη κατανάλωση αλατιού», τονίζει ο κ. Ζαμπούλης. «Ο χρόνος που χρειάζεται για να συνηθίσει κανείς το λιγότερο αλάτι στο φαγητό και να το βρίσκει αυτό νόστιμο είναι μόνο δύο εβδομάδες».

Συμβουλές για μείωση του αλατιού

_ Απομακρύνετε την αλατιέρα από το τραπέζι του σπιτιού

_ Να χρησιμοποιείτε αρωματικά βότανα στο φαγητό αντί για αλάτι (ρίγανη, δενδρολίβανο κ.ά.)

_ Nα αποφεύγετε έτοιμες σάλτσες, στιγμιαία προϊόντα, αλλαντικά, αλμυρά τυριά και αρτοπαρασκευάσματα

_ Να ζητάτε στα εστιατόρια να σας φέρνουν τα τηγανητά και ψητά φαγητά και τις σαλάτες χωρίς αλάτι

_ Να ξεπλένετε τις κονσερβοποιημένες τροφές που είναι σε άλμη

_ Να ξαλμυρίζετε τη φέτα και τις ελιές

_ Να διαβάζετε στις ετικέτες την περιεκτικότητα των προϊόντων σε αλάτι (υψηλή θεωρείται όταν περιέχει πάνω από 0,6 γρ. νάτριο ή 1,5 γρ. αλάτι ανά 100 γρ.)

10 γρ. αλάτι την ημέρα καταναλώνουν κατά μέσο όρο οι Έλληνες

_ Η μείωσή του στα 5 γρ. την ημέρα (1 κουτ. γλυκού) θα επιφέρει μείωση στα αγγειακά επεισόδια κατά 24% και ελάττωση της θνησιμότητας λόγω στεφανιαίας νόσου κατά 18%

_ Το 67% των τροφίμων του εμπορίου περιέχουν ποσότητα αλατιού πολύ μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη

_ Η υπέρταση λόγω υπερβολικής κατανάλωσης αλατιού πλήττει 3 στους 10 ενηλίκους

_ Το 75% του προσλαμβανόμενου αλατιού προέρχεται από βιομηχανοποιημένες τροφές και γεύματα εκτός σπιτιού

Πηγές: Ευρωπαϊκές και Αμερικανικές μελέτες, ΕΦΕΤ

Υγιή νεφρά για υγιή καρδιά

Η υγεία των νεφρών αποδεικνύεται τελευταία ότι έχει καταλυτική σημασία για την υγεία της καρδιάς. Η μικροαλβουμινουρία, ένας δείκτης επιβαρυμένης νεφρικής λειτουργίας, θεωρείται πλέον παράγων κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο (όπως π.χ. η υψηλή χοληστερόλη ή το υψηλό σάκχαρο), ενώ οι επιστήμονες αναγνωρίζουν τελευταία μια νέα νόσο, το λεγόμενο καρδιονεφρικό σύνδρομο.

«Τα νεφρά πρέπει να θεωρούνται όργανα του καρδιαγγειακού συστήματος!», τονίζει ο κ. Kωνσταντίνος Τσιούφης, λέκτωρ της Α' Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής και υπεύθυνος της Μονάδας Υπέρτασης στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών.

«Πολύ συχνά συνυπάρχουν στον ίδιο ασθενή η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, η διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας και η αναιμία. Mια πάσχουσα καρδιά έχει πολυάριθμες δυσμενείς επιπτώσεις στη νεφρική λειτουργία, ενώ παράλληλα η νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καρδιακή και αγγειακή λειτουργία, οδηγώντας σε έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

»Αυτή η στενή και αμφίδρομη σχέση μεταξύ της καρδιάς και των νεφρών, παρότι είναι γνωστή από πολύ παλαιότερα, αποτυπώθηκε τελευταία ως μία νέα νοσολογική οντότητα που ονομάζεται καρδιονεφρικό σύνδρομο. Το καρδιονεφρικό σύνδρομο ορίζεται ως παθοφυσιολογική διαταραχή της καρδιάς και των νεφρών, σύμφωνα με την οποία η οξεία ή χρόνια δυσλειτουργία στο ένα όργανο μπορεί να προκαλέσει οξεία ή χρόνια δυσλειτουργία στο άλλο όργανο».

Υπολογίζεται ότι έως και το 50% των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια έχουν επηρεασμένη τη νεφρική λειτουργία τους. Και η καρδιαγγειακή θνησιμότητα σε άτομα με χρόνια νεφρική νόσο είναι 15 έως και 30 φορές μεγαλύτερη από ό,τι στον γενικό πληθυσμό.

Αλληλεξάρτηση νεφρικής και καρδιακής λειτουργίας

«Παρά το μικρό σχετικό μέγεθός τους, οι νεφροί δέχονται πολύ πλούσια αιμάτωση που αντιστοιχεί στο 20% - 25% της καρδιακής παροχής», λέει ο κ. Τσιούφης. «Δηλαδή, το ένα τέταρτο του εξωθούμενου από την καρδιά όγκου αίματος ανά λεπτό καταλήγει στους νεφρούς.

»Οι νεφροί λόγω της πολύ σύνθετης λειτουργίας αποβολής των ούρων, αλλά και της πλειάδα των ουσιών που παράγουν, κατέχουν κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση της ηλεκτρολυτικής ισορροπίας του οργανισμού, του όγκου αίματος και των επιπέδων της αρτηριακής πίεσης. Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών οδήγησε σε σημαντικές εξελίξεις, τόσο για τη διάγνωση όσο και για τη θεραπεία των καρδιαγγειακών νοσημάτων».

Η καρδιαγγειακή και η νεφρική νόσοι εμφανίζουν παράλληλη εξελικτική πορεία. «Και οι δύο νόσοι έχουν ως αφετηρία, στις περισσότερες περιπτώσεις, την έκθεση του ατόμου στους ίδιους παράγοντες κινδύνου όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση και η πρόοδος της ηλικίας», επισημαίνει ο κ. Τσιούφης.

«Σήμερα υπολογίζεται ότι ο σακχαρώδης διαβήτης ευθύνεται για το 40% των περιπτώσεων ασθενών που οδηγούνται σε τεχνητό νεφρό και η αρρύθμιστη υπέρταση για το 20% αυτών».

Σε μελέτη μεγάλου δείγματος πληθυσμού στις ΗΠΑ, η συχνότητα εμφάνισης της χρόνιας νεφρικής νόσου ήταν 4,4%, ενώ σε υπερτασικούς ασθενείς η συχνότητα είναι μεγαλύτερη (10%-15%).

Αντίστοιχα, η συχνότητα εμφάνισης της μικροαλβουμινουρίας στον γενικό πληθυσμό στις ΗΠΑ κυμαίνεται από 6% έως 9%, ενώ ανάλογες ευρωπαϊκές μελέτες δίνουν ποσοστά της τάξεως του 5% - 7% και σε υπερτασικούς ασθενείς φτάνουν σε 10% - 40%. Στον ελληνικό χώρο, βάσει δεδομένων από τη μελέτη Hippokration Hellenic Hypertension (3H), το 12% των υπερτασικών ασθενών έχει μικροαλβουμινουρία.

Πόσο αυξάνεται ο καρδιαγγειακός κίνδυνος

Η εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί να βασιστεί σε δύο απλά τεστ:

_ Τη μέτρηση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR).

_ Τη μέτρηση της αποβαλλόμενης αλβουμίνης ούρων.

Με βάση αυτά τα στοιχεία, ως χρόνια νεφρική νόσος ορίζεται είτε η επιμένουσα λευκωματουρία είτε η μειωμένη τιμή GFR. «Τιμές λόγου αλβουμίνης ούρων προς κρεατινίνη ούρων μικρότερες από 30 mg/g χαρακτηρίζουν τη μικροαλβουμινουρία, ενώ πάνω από 300 mg/g χαρακτηρίζουν την πρωτεϊνουρία και σε κάθε περίπτωση υποδηλώνουν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο και πρέπει να ακολουθηθεί επιθετική θεραπευτική αγωγή», συνιστά ο κ. Τσιούφης.

Σήμερα, υπάρχουν και νέες εξετάσεις όπως π.χ. η μέτρηση της συστατίνης.

«Ακόμη και μικρή επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας σχετίζεται με σημαντική παράλληλη αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου, ανεξάρτητα από τους καθιερωμένους παράγοντες κινδύνου», προειδοποιεί ο κ. Τσιούφης.

«Πρόσφατα δεδομένα από μελέτη 1,1 εκατ. ατόμων έδειξαν ότι χαμηλότερες τιμές GFR σχετίζονται με τριπλασιασμό του κινδύνου για θάνατο από το καρδιαγγειακό σύστημα. Η επηρεασμένη νεφρική λειτουργία σχετίζεται με δυσμενή πρόγνωση ύστερα από οξύ ισχαιμικό επεισόδιο ή διαδερμική επέμβαση επαναγγείωσης (αγγειοπλαστική ή αορτοστεφανιαία παράκαμψη).

»Μείωση του GFR συνοδεύτηκε από αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακού θανάτου κατά 26% και συνεπώς η μείωση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης θεωρείται ανεξάρτητος παράγων καρδιαγγειακού κινδύνου».

Δεδομένα από 1.650 υπερτασικούς ασθενείς στη Μονάδα Υπέρτασης της Α' Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής τα οποία δημοσιεύθηκαν πρόσφατα, επιβεβαιώνουν και επεκτείνουν τη γνώση σχετικά με την προγνωστική αξία της επηρεασμένης νεφρικής λειτουργίας ως σημαντικού παράγοντος ολικής θνητότητας και καρδιαγγειακής νοσηρότητας.

Ειδικότερα, οι υπερτασικοί ασθενείς που είχαν ταυτόχρονα υπερτροφία της αριστερής κοιλίας και χρόνια νεφρική νόσο σε σχέση με αυτούς χωρίς αντίστοιχες βλάβες, παρουσίασαν δυόμισι φορές μεγαλύτερη πιθανότητα για έμφραγμα του μυοκαρδίου και τέσσερις φορές πιο αυξημένο κίνδυνο για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

«Από την άλλη, η μικροαλβουμινουρία αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου σε διάφορες πληθυσμιακές ομάδες (γενικός πληθυσμός, υπερτασικοί, διαβητικοί, ηλικιωμένοι)», υπογραμμίζει ο κ. Τσιούφης. «Η παρουσία μικροαλβουμινουρίας διπλασιάζει τον κίνδυνο να εμφανιστεί στεφανιαία νόσος και συνεπώς η αναζήτησή της σε πληθυσμούς ασθενών με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. διαβητικοί, υπερτασικοί) έχει ως αποτέλεσμα τη βελτιωμένη πρόγνωση του κινδύνου».

Αντιμετώπιση

Για την καλύτερη διάγνωση και θεραπεία αυτών των ασθενών απαιτείται συνδυασμένη προσέγγιση από τους καρδιολόγους, τους νεφρολόγους, τους εντατικολόγους κ.ά., όπως τονίστηκε και στο πρόσφατο Διεθνές Συμπόσιο για τη «Νεφρική δυσλειτουργία και τις καρδιαγγειακές παθήσεις 2010», το οποίο οργανώθηκε στην Αθήνα από την Α' Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική, υπό την προεδρία του καθηγητή κ. Χ. Στεφανάδη.

«Μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται να δοθεί στη μείωση των παραγόντων κινδύνου που οδηγούν στο καρδιονεφρικό σύνδρομο όπως είναι ο σακχαρώδης διαβήτης και η υπέρταση, αλλά και στη στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε κάθε ασθενή με καρδιολογικό πρόβλημα», τονίζει ο κ. Τσιούφης.

«Σήμερα, για την αντιμετώπιση του καρδιονεφρικού συνδρόμου έχουμε στη διάθεσή μας περισσότερα μέσα, τόσο φαρμακευτικά (π.χ. αναστολείς του συστήματος ρενίνης - αγγειοτασσίνης - αλδοστερόνης σε διάφορα επίπεδα, ερυθροποιητίνη για τη διόρθωση της συνοδού αναιμίας κ.λπ.) όσο και παρεμβατικά (περιτοναϊκή κάθαρση, συσκευές υποβοήθησης της αριστεράς κοιλίας κ.λπ.), που συμβάλουν σημαντικά στην επιτυχή αντιμετώπιση αυτών των νόσων.

»Η πλημμελής θεραπεία του καρδιονεφρικού συνδρόμου μπορεί να έχει μοιραίες συνέπειες για τον ασθενή, αλλά και τεράστιες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις σε επίπεδο δημόσιας υγείας».


Πηγή : ΤΑ ΝΕΑ Ένθετο Υγεία