Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδί σχολείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδί σχολείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ανοίγουν τα σχολεία: Συμβουλές για πρωτάκια και γονείς

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

049 Τα σχολεία θα ανοίξουν σε λίγες ημέρες και κάποια παιδιά θα αποχωριστούν για πρώτη φορά τους γονείς τους, καθώς θα διαβαίνουν την πόρτα του παιδικού σταθμού ή του νηπιαγωγείου. Για κάποια απ’ αυτά, η εμπειρία θα είναι οδυνηρή.
Το κλάμα και η άρνηση του παιδιού να πάει σχολείο δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο φαινόμενο και οι ψυχολόγοι το αποδίδουν κυρίως στο άγχος που δημιουργεί ο αποχωρισμός από τους γονείς.
Απαντήσεις για τα αίτια του φαινομένου και συμβουλές για το τι θα πρέπει να κάνουν οι γονείς δίνουν οι ψυχολόγοι Φρόσω Μήτσιου (με ειδικότητα στην σχολική-εξελικτική ψυχολογία) και Φιλαρέτη Τζάλλα (ειδικευμένη στην ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων).
Γιατί δεν θέλουν να πάνε σχολείο;
«Παρόλο που οι γονείς ανησυχούν και δυσκολεύονται, όταν βλέπουν το παιδί στην πόρτα του σχολείου, την πρώτη μέρα, εβδομάδα ή μήνα να κλαίει έντονα, κάτι τέτοιο θεωρείται φυσιολογικό, καθώς το κλάμα αποτελεί ένδειξη και της σχέσης-δεσμού με τους γονείς του. Για αρκετά παιδιά, η είσοδος στο σχολείο ενεργοποιεί το άγχος αποχωρισμού, καθώς πιστεύουν ότι η μαμά ή ο μπαμπάς θα τα αφήσει στο σχολείο και δεν θα έρθει να τα πάρει. Η μετάβαση στο σχολείο, σ’ ένα νέο χώρο, με πολλά παιδιά, δημιουργεί στην αρχή μια αναστάτωση, καθώς το παιδί απομακρύνεται από την ασφάλεια του σπιτιού και των προσώπων που το περιστοίχιζαν. Νιώθει ότι χάνει την αποκλειστικότητα και ότι χρειάζεται να αναπτύξει νέες δεξιότητες και συμπεριφορές για να ενταχθεί», εξηγεί η κ.Μήτσιου.
Από την πλευρά της, η κ.Τζάλλα αναφέρει ότι το άγχος του αποχωρισμού είναι φυσιολογικό και ξεκινά από την ηλικία των 6 μηνών, κατά την οποία το βρέφος δυσανασχετεί, όταν βλέπει τους γονείς του να απομακρύνονται. Αυτό διαρκεί μέχρι την ηλικία των 3 ετών και σταδιακά μειώνεται.
«Όσο μεγαλώνει ένα παιδί, τόσο πιο εύκολος είναι ο αποχωρισμός από τους γονείς. Ωστόσο, κάθε παιδί έχει το δικό του ρυθμό ανάπτυξης, από τον οποίο εξαρτάται το άγχος. Αλλά δεν εξαρτάται μόνο απ’ αυτό, εξαρτάται από το επίπεδο του παιδιού, την ιδιοσυγκρασία του, από προηγούμενες εμπειρίες αποχωρισμού, από τον τρόπο που οι γονείς χειρίζονται τον αποχωρισμό. Το άγχος είναι φυσιολογικό για το παιδί, αλλά και για τους γονείς, οι οποίοι αισθάνονται ενοχή που αφήνουν το παιδί τους κι αυτό τους δημιουργεί άγχος. Πίσω από κάθε παιδί που έχει άγχος κρύβεται ένας γονιός με άγχος», προσθέτει η κ.Τζάλλα.
Υπάρχουν περιπτώσεις, όπου παιδί και γονέας (συνήθως μητέρα) έχουν αναπτύξει μια έντονη σχέση προσκόλλησης/δεσμού ως προσπάθεια αναπλήρωσης (κυρίως από την πλευρά του γονέα) κάποιου συναισθηματικού κενού, γεγονός που δυσκολεύει την προσαρμογή του παιδιού στο νέο περιβάλλον. Αυτό, όπως εξηγεί η κ.Μήτσιου, εντείνεται, όταν ο γονέας δείχνει ότι ανησυχεί πολύ για το πού θα πάει το παιδί, ιδίως όταν αυτό παρουσιάζει κάποια προβλήματα υγείας ή είναι μοναχοπαίδι και αρκετές φορές κλαίει μπροστά του.
Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς;
Βασικό είναι να επεξεργαστούν πρώτα οι ίδιοι οι γονείς τι σημαίνει γι’ αυτούς η μετάβαση του παιδιού από το σπίτι στο σχολείο και να αναπροσδιορίσουν τις ανάγκες τους και τη σχέση τους με το παιδί.
«Οι γονείς πρέπει να είναι ήρεμοι, αποφεύγοντας την έντονη προσκόλληση στο παιδί, όταν επιστρέφει από το σχολείο. Οι δικές τους συναισθηματικές αντιδράσεις είναι καταλυτικές τόσο για τις συναισθηματικές αντιδράσεις του παιδιού όσο και για την εικόνα που θα δημιουργήσει το ίδιο για το σχολείο. Η προετοιμασία του παιδιού, μέσω συζητήσεων, επίσκεψης στο χώρο του σχολείου, καθώς και η τήρηση του σχολικού ωραρίου διευκολύνει αυτή τη μετάβαση. Καλό είναι να χαιρετήσει ο γονέας το παιδί, να του πει πού πάει, αλλά να αποφύγει να παρατείνει την παραμονή του στο χώρο, όταν αρχίσει το παιδί να κλαίει (όσο δύσκολο και αν είναι για το γονέα). Μπορεί να προτείνει στο παιδί να πάρει μαζί του στο σχολείο κάποια αγαπημένα του αντικείμενα ή να δείξει στα άλλα παιδιά κάτι που του αρέσει να κάνει», συνιστά η κ.Μήτσιου.
Η κ.Τζάλλα από τη πλευρά της προτείνει στους γονείς να μην μιλούν στα παιδιά τους αποκλειστικά για το σχολείο, να τα προετοιμάσουν για το σχολικό περιβάλλον με μια επίσκεψη στο σχολείο, πριν αρχίσει η φοίτηση, να ενθαρρύνουν κάθε προσπάθεια του παιδιού που πάει για πρώτη φορά μόνο του σχολείο και να επιβραβεύουν την παραμονή του στο σχολείο, να ενισχύσουν την αυτονομία του όσο βρίσκονται στο σπίτι ώστε να αναπτύξει τις ικανότητές του (π.χ. να το αφήνουν να τρώει μόνο του στο τραπέζι ή όταν ένα παιδί έχει «καθαρίσει», να ενθαρρύνεται να πηγαίνει στην τουαλέτα και να καθαρίζεται μόνο του).
Οι γονείς θα πρέπει να αναγνωρίσουν το άγχος του παιδιού και να μην του μεταδίδουν το δικό του άγχος, γιατί «το άγχος γεννάει άγχος», τονίζει η κ.Τζάλλα. Επισημαίνει ακόμη ότι, όταν ένα παιδί κλαίει, θα πρέπει πάντα ο γονιός να συνεργάζεται με τη δασκάλα (ακόμη και αν δε συμφωνεί μαζί της) για να δημιουργηθεί ένα καλύτερο πνεύμα σεβασμού. Επίσης, ο γονιός δεν πρέπει να υποκύπτει, όταν το παιδί δεν θέλει να πάει σχολείο.
Πότε πρέπει να απευθυνθούν σε ειδικό;
Ένα δοκιμαστικό διάστημα μερικών μηνών (περίπου μέχρι τα Χριστούγεννα) μπορεί να δείξει, αν το παιδί μπορεί να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον. «Αν σ’ αυτό το διάστημα, το κλάμα συνεχίσει να είναι έντονο και παρατηρηθούν, είτε από τον εκπαιδευτικό είτε από τους γονείς, συμπεριφορές, όπως π.χ. να πέφτει εύκολα, να δυσκολεύεται να σκαρφαλώσει ή να χοροπηδήσει, να δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί, να θυμηθεί οδηγίες/ιστορίες, να ηχολαλεί ή να μιλά ελάχιστα, να αποφεύγει τα άλλα παιδιά, να προτιμά να είναι μόνο ή να είναι αρκετά επιθετικό, να κλαίει πολύ και με το παραμικρό, να έχει αρκετές φοβίες, να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, να μιλά σιγανά ή φωναχτά στον εαυτό του, τότε είναι σημαντική η συμβολή ενός ειδικού για μια ολόπλευρη διερεύνηση, καθώς μπορεί το κλάμα να είναι- ίσως- η επιφάνεια μιας βαθύτερης δυσκολίας», τονίζει η κ.Μήτσιου.
health.in.gr, ΑΠΕ-ΜΠΕ
Διαβάστε περισσότερα για - Ανοίγουν τα σχολεία: Συμβουλές για πρωτάκια και γονείς

Οι πρώτες μέρες των παιδιών στο σχολείο

Το νηπιαγωγείο αποτελεί για τα μικρά παιδιά ένα είδος μεταβατικού χώρου, από το οικογενειακό του περιβάλλον σε αυτό του σχολείου.  Έχει ως στόχο να προετοιμάσει το νήπιο γνωστικά και κοινωνικά για τη φοίτησή του στο δημοτικό σχολείο. Επιπλέον, το νηπιαγωγείο αποτελεί ένα χώρο ζωής για τα μικρά παιδιά όπου η ευχαρίστηση, το παιχνίδι και η συναναστροφή με τα υπόλοιπα παιδιά οφείλουν να έχουν σημαντική θέση στο ημερήσιο πρόγραμμα. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα μοιάζει στη δομή με αυτό του δημοτικού σχολείου, υπάρχουν στοχευμένες δραστηριότητες, διαλείμματα και ένα είδος τακτικής περιγραφής των επιδόσεων των παιδιών. Οι νηπιαγωγοί αξιολογούν τις ικανότητες και τις δυσκολίες των νηπίων και ενημερώνουν τους γονείς τους σε τακτικές συναντήσεις. 

Πιθανόν για αρκετά παιδιά η φοίτηση στο νηπιαγωγείο σηματοδοτεί την πρώτη προσπάθεια αποχωρισμού από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Συχνά ορισμένα παιδιά έχουν προηγούμενες εμπειρίες αποχωρισμού από σταθμούς φύλαξης, αλλά και σε αυτήν την περίπτωση   καλούνται να ανταποκριθούν σε ένα πρόγραμμα δραστηριοτήτων πολύ διαφορετικό από αυτό του παιδικού σταθμού. Συνήθως τα νήπια εμφανίζουν «φυσιολογικές» αντιδράσεις αποχωρισμού από τους γονείς τους. Συχνά αναφέρονται από τους γονείς έντονα κλάματα, άρνηση του παιδιού να αφήσει τους γονείς του ή να τους επιτρέψει να το αφήσουν «μόνο» του στην τάξη, τάση για απομόνωση ή ανεξέλεγκτοι θυμοί και πείσματα. Αυτές οι συμπεριφορές πιθανόν αποτελούν απόπειρες και προσπάθειες του νηπίου να προσαρμοστεί στο καινούριο περιβάλλον και μπορεί να επιμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. 

Η φοίτηση στο νηπιαγωγείο φέρνει μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή του νηπίου και της οικογένειας του. Πιθανόν τους πρώτους μήνες δοκιμάζεται η υπομονή των γονιών, οι οποίοι πολύ συχνά ανησυχούν ή  καταλογίζουν ευθύνες στον εαυτό τους για τις δυσκολίες προσαρμογής του μικρού παιδιού. Είναι σημαντικό να αποφεύγονται περισσότερες εντάσεις μεταξύ των γονιών ή του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος. Όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές όταν τα νήπια ξεκινούν το νηπιαγωγείο, προκαλείται ένα είδος αναστάτωσης στο ρυθμό της οικογενειακής ζωής.  Οι γονείς θα μπορούσαν να ενημερώσουν το μικρό παιδί για το νηπιαγωγείο, χρησιμοποιώντας απλά λόγια, χωρίς περιγραφές εκ των προτέρων για το «πόσο ωραία θα είναι». Πιθανόν θα μπορούσαν να δώσουν έμφαση στο παιχνίδι και τη γνωριμία με τα υπόλοιπα παιδιά.

Το μικρό παιδί θα χρειαστεί να συνεργαστεί με καινούρια πρόσωπα, τους νηπιαγωγούς και τα υπόλοιπα νήπια, να μοιραστεί μαζί τους τις δυσκολίες του, τις συνήθειές του και να ανακαλύψει ένα καινούριο τρόπο να μαθαίνει και να σκέφτεται. Πολύ συχνά ο χρόνος που δίνεται στα νήπια από τους γονείς και τους νηπιαγωγούς τα βοηθά να βρουν ένα ρυθμό να προσαρμόζονται στο νηπιαγωγείο και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις. Ορισμένα νήπια χρειάζονται ένα τρίμηνο να προσαρμοστούν ενώ άλλα περισσότερο χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι οι γονείς και οι νηπιαγωγοί χρειάζεται να μπορούν να μένουν ψύχραιμοι και να μην πανικοβάλλονται εξαρχής με τις δυσκολίες προσαρμογής των παιδιών.

http://www.mammycool.gr/viewcontent.jsp?id=14ERP9NSU&cid=14AM877KJ
Διαβάστε περισσότερα για - Οι πρώτες μέρες των παιδιών στο σχολείο

Κακές σχολικές επιδόσεις για τα παιδιά με σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

1222 Τα παιδιά που πάσχουν από σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας είναι πιθανότερο να έχουν προβλήματα με την ορθογραφία και τη γραμματική, σύμφωνα με νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Pediatrics.
Οι ερευνητές από την Κλινική Μάγιο στο Ρότσεστερ της Μινεσότα εξηγούν ότι στην ανάγνωση και τα μαθηματικά συνήθως εστιάζουν οι γονείς και οι δάσκαλοι, ενώ τα προβλήματα στην γραφή παραμένουν στο περιθώριο.
Η γραφή είναι σημαντικό συστατικό της ακαδημαϊκής επιτυχίας, της κοινωνικής και συμπεριφορικής κατάστασης του ατόμου και αν τα προβλήματα που σχετίζονται μ’ αυτήν δεν εντοπιστούν εγκαίρως, ειδικά στα παιδιά που πάσχουν από σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, μπορεί να διαρκέσουν για το σύνολο της ζωής του.
Η μελέτη συμπεριέλαβε σχεδόν 6.000 παιδιά (όλα είχαν γεννηθεί στο Ρότσεστερ μεταξύ 1976-1982 και εξακολουθούσαν να ζουν εκεί και μετά την ηλικία των πέντε ετών). Οι ερευνητές εντόπισαν τα σχολεία και τα ιατρικά και σχολικά αρχεία για να βρουν παιδιά με το εν λόγω σύνδρομο καθώς και ποιες επιδόσεις είχαν στη γραφή, την ανάγνωση και τα τεστ νοημοσύνης στο Γυμνάσιο.
Συνολικά, 379 παιδιά πληρούσαν τα κριτήρια για το σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, το οποίο ήταν συχνότερο στα αγόρια απ’ ότι στα κορίτσια. Απ’ το σύνολο των παιδιών, μόνο 800 είχαν κακό σκορ στα τεστ των δεξιοτήτων γραφής. Τα περισσότερα παιδιά που είχαν πρόβλημα με τη γραφή είχαν επίσης δυσκολίες και στην ανάγνωση.
Τα προβλήματα γραφής ήταν συχνότερα στα κορίτσια και αγόρια με σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας. Σχεδόν τα δύο τρίτα των αγοριών είχε πρόβλημα γραφής, συγκριτικά με ένα στα έξι αγόρια χωρίς το σύνδρομο.
Στα κορίτσια, το 57% των πασχόντων είχε πρόβλημα με τη γραφή, συγκριτικά με λιγότερο από το 10% των υγιών κοριτσιών. Επίσης τα κορίτσια που έπασχαν από το σύνδρομο είχαν δεκαπλάσιες πιθανότητες να έχουν συνδυαστικά προβλήματα γραφής και ανάγνωσης.
Τα προβλήματα μνήμης και προγραμματισμού στα παιδιά με σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, ενδεχομένως να επηρεάζουν και την ικανότητα γραφής, ενώ το σύνδρομο στο παρελθόν έχει συσχετιστεί με μαθησιακές διαταραχές.
Οι Καναδοί ερευνητές επισημαίνουν ότι γενετικοί παράγοντες κρύβονται τόσο πίσω από το σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας όσο και από τα μαθησιακά προβλήματα.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση του συνδρόμου, καθώς και τα εξατομικευμένα εκπαιδευτικά προγράμματα μπορούν να επιλύσουν τις σχετικές δυσχέρειες, ειδικά αν εφαρμοστούν κατά την απαρχή του προβλήματος.

health.in.gr

Διαβάστε περισσότερα για - Κακές σχολικές επιδόσεις για τα παιδιά με σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας

Ανακοινώθηκαν οι συνενώσεις σχολείων - Δείτε πίνακες με τα σχολεία που καταργούνται και συγχωνεύονται

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Ολοκληρώθηκε η διαδικασία συνενώσεων σχολικών μονάδων. 1933 σχολεία συνενώνονται το 2011. Δείτε πίνακες με τα σχολεία που καταργούνται και συγχωνεύονται.
Οπως ανακοίνωσε το υπουργείο παιδείας δημιουργούνται 6/θεσια και 12/θεσια Δημοτικά σχολεία «εκεί όπου οι μαθητικές ανάγκες το υπαγόρευαν».

Στα μεγάλα αστικά κέντρα- της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης- οι συνενώσεις αφορούν κυρίως στα συστεγαζόμενα σχολεία, ενώ στην περιφέρεια “δίνεται έμφαση στις συνενώσεις ολιγοθέσιων σχολείων, μόνο εκεί όπου οι συνθήκες το επιτρέπουν”.

Το υπουργείο στην ανακοίνωσή του αναφέρει οτι “φέτος έγινε μια συστηματική προσπάθεια εξορθολογισμού του σχολικού χάρτη με εκτεταμένες συνενώσεις σχολείων σε ολόκληρη την Επικράτεια, με δεδομένη την διοικητική μεταρρύθμιση του «Καλλικράτη» που διευκολύνει τη διαδικασία αυτή”.

Το υπουργείο διευκρινίζει ότι ο αριθμός μαθητών ανά τμήμα παραμένει σταθερός, έως 25 στην Πρωτοβάθμια και έως 25+10% στη Δευτεροβάθμια. Επισημάινεται επίσης οτι συνολικός αριθμός των μαθητών στα υπό συνένωση σχολεία δεν ξεπερνά τους 400 μαθητές. Εξαίρεση αποτελούν 6 σχολεία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης πανελλαδικώς , όπου όπου τα σχολεία που προκύπτουν από τις συνενώσεις, έχουν αριθμό μαθητών από 400 και άνω, αλλά χωρίς να ξεπερνούν τους 500.

Δείτε τον πίνακα με τις καταργήσεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση εδώ

Δείτε τον πίνακα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης εδώ

Δείτε τον πίνακα με τις συνενώσεις εδώ

http://www.newsit.gr
Διαβάστε περισσότερα για - Ανακοινώθηκαν οι συνενώσεις σχολείων - Δείτε πίνακες με τα σχολεία που καταργούνται και συγχωνεύονται

Η απαξίωση του δημόσιου σχολείου

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

Με... προσγείωσε το σχόλιο καθηγητή να μην επιρρίπτω την ευθύνη για την εικόνα του δημόσιου σχολείου μόνο στους εκπαιδευτικούς. Αφορμή ήταν πρόσφατο κείμενο όπου ανέφερα ότι «η ελληνική εκπαίδευση, ως το μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού Δημοσίου, έχει τα ίδια προβλήματα που έχει όλος ο δημόσιος τομέας. Είναι νωχελική, βολεμένη, απαξιωμένη».

Η απαξίωση της ελληνικής εκπαίδευσης είναι πρόβλημα σύνθετο, και μοιάζει με φαύλο κύκλο. Επί χρόνια το σχολείο δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες των παιδιών για ανάπτυξη απαραίτητων δεξιοτήτων (όπως η καλή γνώση αγγλικών και πληροφορικής) και για συμμετοχή σε δραστηριότητες (αθλητικές κλπ.). Ταυτόχρονα -και με ευθύνη των ισχυρών εκπαιδευτικών συντεχνιών- το εκπαιδευτικό έργο κατέληξε μια στείρα αναπαραγωγή γνώσεων οι οποίες, όπως παρουσιάζονται, αφήνουν αδιάφορο τον μαθητή. (Μετά τον καταστροφικό σεισμό στη Χιλή μαθητής της Β΄ Γυμνασίου με ρώτησε πού βρίσκεται η χώρα, και όταν του απάντησα στη Λατινική Αμερική, τη θυμήθηκε, καθώς η εθνική ποδοσφαιρική ομάδα της χώρας κοντραρίστηκε με την αγαπημένη του Βραζιλία για τα προκριματικά του Μουντιάλ του προσεχούς Ιουνίου).

Για την απαξίωση του δημόσιου σχολείου, μερίδιο ευθύνης φέρει και η ελληνική οικογένεια, που από νωρίς μπαίνει στον αγώνα αντοχής ώστε στα 18 του το παιδί να είναι πανέτοιμο να περάσει στο πανεπιστήμιο. Φροντιστήρια από νωρίς -ακόμη και από το Δημοτικό- σε δύο γλώσσες ώστε το παιδί να έχει πάρει το δίπλωμα, ώστε με τη λήξη του γυμνασίου και μετά να... μπουκωθεί με τα φροντιστήρια προετοιμασίας για τις πανελλαδικές εξετάσεις. Εχουν σκεφτεί οι γονείς τις καταστροφικές συνέπειες αυτού του μαραθώνιου για το παιδί;

Ευθύνη έχει και η πολιτεία. Το υπουργείο Παιδείας δεν έχει δώσει ποτέ κάποιο κίνητρο στους εκπαιδευτικούς, ώστε οι ίδιοι να βελτιώσουν τη δουλειά τους. Και δεν μιλώ για χρήματα. Οχι χρήματα! Κυρίως, αξιολόγηση σοβαρή που να επιβραβεύει τους αρίστους και να βοηθά τους υπολοίπους. Οι εκπαιδευτικοί είναι λειτουργοί και υπάρχουν πολλοί που ένα «μπράβο» θα τους δώσει φτερά. Φτάνει η επιβράβευση να είναι αξιοκρατική και όχι με κομματικά κριτήρια, όπως συνέβη όλες τις προηγούμενες δεκαετίες όπου οι κομματικοί μηχανισμοί (πολλές φορές σε αγαστή συνεργασία των δύο ισχυρών κομμάτων) καθόριζαν τις κρίσεις των εκπαιδευτικών για την ανάληψη θέσεων ευθύνης.

Ετσι, η πραγματικότητα προσγειώνει τους εκπαιδευτικούς, δικαιολογώντας εν μέρει την απογοήτευσή τους με τα γνωστά αποτελέσματα (αδιαφορία κ.λπ.). Ομως, είναι πλέον ξεπερασμένη η νοοτροπία να μεταθέτουμε τις ευθύνες την ίδια στιγμή που, σε συνθήκες απόλυτης Δημοκρατίας, μπορούμε να αναλάβουμε δράση. Ο εκπαιδευτικός είναι το επίκεντρο της σχολικής διαδικασίας. Και φωνή έχει και τις θεσμικές διόδους για να διεκδικήσει κάτι καλύτερο για τη δουλειά του πέρα από χρήματα. Ας μην παραπονιούνται, λοιπόν, οι εκπαιδευτικοί όταν τους προσάπτουν ότι την κρίσιμη στιγμή επιδεικνύουν τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία του ωχαδελφισμού και του βολέματος.

Tου Αποστολου Λακασα


http://news.kathimerini.gr
Διαβάστε περισσότερα για - Η απαξίωση του δημόσιου σχολείου

Ριζικές αλλαγές στα σχολεία

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Ριζικές αλλαγές στη λειτουργία των σχολείων με στόχο μελλοντικά «να μένει η τσάντα του μαθητή στην τάξη» προωθεί το υπουργείο Παιδείας. Mέχρι το τέλος του μήνα η πολιτική ηγεσία θα παρουσιάσει ένα συνολικό σχέδιο για το «νέο σχολείο» που οραματίζεται, καθώς οι πιλοτικές αλλαγές θα ξεκινήσουν τον ερχόμενο Σεπτέμβριο από τα νηπιαγωγεία για να συνεχιστούν σταδιακά στα δημοτικά και στα γυμνάσια....


Aπό το ερχόμενο σχολικό έτος (2010-11) θα λειτουργήσουν πιλοτικά νέου τύπου ολοήμερα δημοτικά (σ.σ.: ο αριθμός τους δεν έχει ορισθεί ακόμη αλλά υπολογίζονται γύρω στα 100) για τις δύο πρώτες τάξεις.

2 Tα σχολεία αυτά θα έχουν αναμορφωμένο Aναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών το οποίο θα στοχεύει στην ανάπτυξη ικανοτήτων και δεξιοτήτων των μαθητών και δεν θα στηρίζεται στους παραδοσιακούς τρόπους διδασκαλίας. Mε το νέο πρόγραμμα θα επιδιώκεται η ικανότητα επικοινωνίας στη μητρική γλώσσα, στις ξένες γλώσσες, στα μαθηματικά, στις μεταγνωστικές ικανότητες (σ.σ.: να μαθαίνεις πώς να μαθαίνεις). Eπίσης στόχος είναι τα παιδιά να αναπτύξουν ιδιότητες ενεργών και υπεύθυνων πολιτών, να αναλαμβάνουν δράσεις και πρωτοβουλίες, να αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες και τελικά η σχολική τσάντα να μένει στο σχολείο. Nα προετοιμάζονται, δηλαδή, τα παιδιά για την επόμενη μέρα μέσα στα σχολεία και να μη χρειάζεται το διάβασμα στο σπίτι ώστε να έχουν ελεύθερο χρόνο για άλλες δραστηριότητες. Πρόθεση του υπουργείου είναι επίσης, στα ολοήμερα σχολεία που θα λειτουργήσουν πιλοτικά να μην απασχολούνται καθόλου ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί αλλά μόνο μόνιμοι και αναπληρωτές όπου είναι αναγκαίο για ορισμένες ειδικότητες.

3 Oσον αφορά τα υπόλοιπα ολοήμερα σχολεία, το υπουργείο Παιδείας θα κάνει μία προσπάθεια να ξεκινήσουν τα μαθήματα τη νέα χρονιά με καλύτερες συνθήκες και με βελτίωση στο πρόγραμμα σπουδών, στα μαθήματα πληροφορικής, ξένων γλωσσών κλπ.

4 Για τα νηπιαγωγεία, στόχος είναι η βελτίωση των υποδομών ώστε, όπως τόνισε στο «Eθνος» και η κ. Xριστοφιλοπούλου, τη νέα χρονιά «αν ο γονιός θέλει να στείλει το παιδί του στο δημόσιο νηπιαγωγείο να μπορεί να το κάνει και όχι να εξαναγκάζεται να το στέλνει στα ιδιωτικά σχολεία».

5 Eπιμόρφωση εκπαιδευτικών. Στόχος του υπουργείου είναι να ξεκινήσουν προγράμματα επιμόρφωσης και οι σχετικές λεπτομέρειες θα τεθούν προς διαβούλευση τις επόμενες μέρες.

6 Nέες ρυθμίσεις θα υπάρξουν και για την επιλογή των στελεχών της Eκπαίδευσης, όπου θα προβλέπεται κατά πάσα πιθανότητα η μείωση στον αριθμό των μορίων που δίνει η περιβόητη «συνέντευξη», η οποία έχει δεχτεί σκληρή κριτική από σύσσωμη την εκπαιδευτική κοινότητα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι αλλαγές που έρχονται στο σύστημα πρόσληψης, αποσπάσεων και μεταθέσεων του εκπαιδευτικού προσωπικού.

7 Aπό το 2011 μελετώνται αλλαγές και στο Γυμνάσιο, με προγράμματα ενίσχυσης των ξένων γλωσσών, έμφαση στο ψηφιακό περιβάλλον κ.ά.

8 Δρομολογείται νομοθετική ρύθμιση η οποία θα θεσμοθετεί εκ νέου την υποχρεωτικότητα φοίτησης στο νηπιαγωγείο και η οποία θα τεθεί σε ισχύ από το σχολικό έτος 2011-2012. Tο νέο σχολικό έτος, 2010-2011, όλα τα παιδιά θα μπορούν να εγγράφονται στην A’ τάξη του δημοτικού ανεξαρτήτως πιστοποιητικού φοίτησης στο νηπιαγωγείο.

9 Θα δοθεί παράταση της προθεσμίας για την υποβολή αιτήσεων χορήγησης αδειών ίδρυσης νηπιαγωγείων από έναν έως τρεις μήνες, ώστε να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος σε όσες επιχειρήσεις επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση και χρειάζονται αλλαγή στη νομική τους μορφή να μπορούν να το πράξουν εμπρόθεσμα.

Πηγή
.
Διαβάστε περισσότερα για - Ριζικές αλλαγές στα σχολεία

Το φαινόμενο του «στιγματισμού» και κοροϊδίας μαθητών από συμμαθητές τους είναι συχνό στα σχολεία, σύμφωνα με έρευνες

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Είναι ο μοναδικός που φοράει γυαλιά μέσα στην τάξη. Οι συμμαθητές του τον έχουν «στιγματίσει» γι΄ αυτήν την απλή εξωτερική διαφορά του σε σύγκριση με τους υπολοίπους. Τον κοροϊδεύουν και τον εξευτελίζουν φωνάζοντάς τον «γυαλάκια». Άλλοι τον αποκαλούν «τζαμαρία». Κάποιοι μάλιστα τον έχουν αποκλείσει από την παρέα.

Τα παιδιά που φορούν γυαλιά στο σχολείο δεν είναι τα μοναδικά που «στιγματίζονται» γιατί διαφέρουν από τα υπόλοιπα ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους. Ένα παιδί που έχει μερικά κιλά παραπάνω είναι για τους άλλους ο «χοντρός και άσχημος», το «βαρέλι». Ένα άλλο που υστερεί σε ύψος είναι ο «στούμπος». Ένα παιδί με λίγο πεταχτά αυτιά είναι ο «αυτιάς». Μάλιστα κάποιοι τον θεωρούν και χαζό. Το αποτέλεσμα είναι πολλά από αυτά τα παιδιά να αισθάνονται μειονεκτικά και να περιθωριοποιούνται.

Το φαινόμενο του «στιγματισμού» μαθητών από συμμαθητές τους είναι συχνό και στα ελληνικά σχολεία, όπως αποδεικνύεται από μελέτες Ελλήνων επιστημόνων. Μεταπτυχιακή εργασία για τον σχολικό εκφοβισμό που πραγματοποίησε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο η κ. Βασιλική Καλατή δείχνει ότι μεγάλη μερίδα των μαθητών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης δέχονται προσβλητικούς χαρακτηρισμούς από τους συνομηλίκους τους. Περίπου 2 στους 10 μαθητές- από το δείγμα που εξέτασε η ερευνήτρια- απάντησαν πως αρκετές φορές τους έχουν κοροϊδέψει, τους έχουν πειράξει με άσχημο τρόπο ή τους έχουν πει άσχημα λόγια. Επίσης, 4 στους 10 είχαν ανάλογη εμπειρία λίγες φορές. Στην ίδια έρευνα, 10,3% των μαθητών απάντησαν πως αρκετές φορές συμμαθητές τους επίτηδες τους άφησαν απέξω από πράγματα που έκαναν, τους απέκλεισαν από την παρέα ή τους αγνόησαν τελείως.

Λεκτική βία
Παρόμοια είναι τα αποτελέσματα μελέτης («Βullying in Greek Ρrimary and Secondary Schools») που πραγματοποίησε η ερευνήτρια κ. Μαρία Σαπουνά από το Πανεπιστήμιο Warwick, στη Βρετανία. Η έρευναπου έγινε σε 1.758 μαθητές σχολείων της Θεσσαλονίκης- έδειξε ότι η πιο συνηθισμένη μορφή εκφοβισμού τόσο στο δημοτικό όσο και στο γυμνάσιο είναι τα παρατσούκλια με τα οποία «στολίζουν» κάποια παιδιά τους συμμαθητές τους.

«Μπορούμε να θωρακίσουμε τα παιδιά στο πώς να αντιδρούν και να ελέγχουν τις δικές τους αντιδράσεις σε περιπτώσεις που γίνονται το επίκεντρο αρνητικής προσοχής στο σχολείο», λέει στα «ΝΕΑ» η ψυχολόγος- ψυχοθεραπεύτρια, δρ Λίζα Βάρβογλη. Και συμβουλεύει τους γονείς να περνούν στα παιδιά τους το μήνυμα ότι δεν είναι αδύναμα και ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν τέτοιες καταστάσεις.

Καλό είναι επίσης, αναφέρει, οι γονείς να διδάξουν το παιδί τους έτσι ώστε να αντιδρά με έναν συγκεκριμένο τρόπο όταν δέχεται τέτοιες λεκτικές επιθέσεις. «Μπορούν να διδάξουν το παιδί τι να σκέφτεται από μέσα του όταν το πειράζουν (“παρ΄ όλο που δεν μου αρέσει αυτό που μου λένε, μπορώ να το αντιμετωπίσω”). Το παιδί μπορεί να ρωτήσει τον εαυτό του: “Ποιανού η γνώμη είναι πιο χρήσιμη; Του άλλου παιδιού που με ενοχλεί ή η δική μου και των γονιών μου;”. Το παιδί θα πρέπει να μάθει δηλαδή να παραθέτει μέσα του τα θετικά του στοιχεία».

Οι εκπαιδευτικοί
Οποιοδήποτε εξωτερικό χαρακτηριστικό των παιδιών ξεφεύγει από τα συνηθισμένα επικεντρώνει και προκαλεί την παρατήρηση ακόμα και την κοροϊδία των υπόλοιπων μαθητών, επισημαίνει η δασκάλα κ. Αγγελική Μερκούρη. Τέτοιους είδους υποτιμητικά σχόλια μαθητών προς τους συμμαθητές τους δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στα ελληνικά σχολεία, συμπληρώνει.

Παραδέχεται μάλιστα ότι μερίδιο ευθύνης γι΄ αυτές τις συμπεριφορές των παιδιών έχουν και οι εκπαιδευτικοί. «Πρέπει από την αρχή της χρονιάς και από τις πρώτες τάξεις να περνάμε στα παιδιά το μήνυμα ότι δεν πρέπει να κοροϊδεύουν έναν συμμαθητή τους που μπορεί να έχει λίγα κιλά παραπάνω ή που φοράει γυαλιά». Αν αυτό το κάνουν οι εκπαιδευτικοί εγκαίρως, λέει, τέτοια περιστατικά θα ελαχιστοποιηθούν. Κι είναι σημαντικό, τονίζει, η αποδοχή του διαφορετικού να ξεκινήσει από το σχολείο, έτσι ώστε τα παιδιά να αποδέχονται το διαφορετικό ως απολύτως φυσιολογικό και εκτός σχολείου, αργότερα όταν θα μεγαλώσουν.

Η κ. Μερκούρη λέει ακόμη ότι «θύματα» λεκτικών επιθέσεων ή αποκλεισμών γίνονται το τελευταίο διάστημα και τα παιδιά με αναπηρίες. Και αυτό, διότι όλο και περισσότερα εντάσσονται πλέον στα σχολεία- και όχι στα ειδικά- και δέχονται προσβλητικά σχόλια όχι μόνο από συμμαθητές τους, αλλά και από γονείς.
ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΙΑ
Τα «διαφορετικά» παιδιά, θύματα προσβλητικών σχολίων, κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά και σωματικής βίας

«Κάποιοι με έλεγαν “κοντέ”, αλλά το έβλεπα με χιούμορ»

ΣΕ ΜΙΚΡΗ ΗΛΙΚΙΑ οι συμμαθητές του τον πείραζαν για το ύψος του. Ήταν κοντύτερος σε σύγκριση με τους υπόλοιπους. «Κάποιοι με φώναζαν “κοντέ” ή “μινιόν”, αν και αυτό δεν συνέβαινε πάρα πολύ συχνά. Ίσως με σέβονταν επειδή ήμουν και καλός μαθητής» λέει ο ηθοποιός κ. Θανάσης Τσαλταμπάσης. Ακόμη όμως κι αυτά τα λιγοστά πειράγματα, όπως εξηγεί στα «ΝΕΑ» δεν τον επηρέαζαν. «Κι αυτό διότι από μικρός αυτοσαρκαζόμουν. Για παράδειγμα στην παρέλαση έλεγα “θα είμαι τελευταίος, αλλά... καλύτερα γιατί δεν θα φαίνομαι κιόλας». Θυμάται επίσης πως τις περισσότερες φορές δεν απαντούσε στις λεκτικές επιθέσεις. «Σκεφτόμουν ότι αυτός που κοροϊδεύει δεν τα έχει καλά με τον εαυτό του».

Ακόμη τονίζει πως ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό δεν είναι μειονέκτημα, αλλά «αυτό που μας κάνει μοναδικούς, ξεχωριστούς».

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα για - Το φαινόμενο του «στιγματισμού» και κοροϊδίας μαθητών από συμμαθητές τους είναι συχνό στα σχολεία, σύμφωνα με έρευνες

Πιθανόν να κλείσουν όλα τα σχολεία λόγω νέας γρίπης

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Ανοικτό είναι το ενδεχόμενο να κλείσουν νωρίτερα τα σχολεία καθώς οι ειδικοί αναμένουν περαιτέρω έξαρση των κρουσμάτων νέας γρίπης από εβδομάδα. Στο μεταξύ, ακόμα 2 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, σε Εντατικές νοσηλεύονται 28 εκ των οποίων οι 17 σε κρίσιμη κατάσταση, ενώ τα κρούσματα πιστεύεται ότι ξεπερνούν τις 400.000.

Σύμφωνα με πληροφορίες, υπάρχουν σκέψεις για κλείσιμο των σχολείων έως και 15 ημέρες πριν τα Χριστούγεννα, με επικρατέστερη ημερομηνία την 11η Δεκεμβρίου.

Ωστόσο, υπάρχουν σκέψεις για κλείσιμο των σχολείων πριν τις 7 Δεκέμβρη, ώστε -εκτός από την γρίπη- να αποφευχθούν και οι καταλήψεις με αφορμή την επέτειο από τον θάνατο του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου.

Παράλληλα, με εγκύκλιό του, το υπουργείο Παιδείας έβαλε «φρένο» στις εκδρομές. Όπως ορίζεται, οι μαθητές θα συμμετέχουν μόνο με υπεύθυνη δήλωση των γονέων τους, στην οποία θα αναγράφεται πως δεν παρουσιάζουν συμπτώματα γρίπης και έχουν πλήρη ιατροφαρμακευτική κάλυψη.

Στο μεταξύ, θετική είναι η ανταπόκριση του κόσμου στους εμβολιασμούς. Μέχρι το βράδυ της Τρίτης είχαν εμβολιαστεί 36.123 συμπολίτες μας, ενώ από την 1η Δεκεμβρίου ξεκινούν τα εμβόλια στους υγιείς με την προτεραιότητα που έχει ορισθεί.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα για - Πιθανόν να κλείσουν όλα τα σχολεία λόγω νέας γρίπης

ΔΥΣΛΕΞΙΑ : Ολα όσα θα θέλατε να ξέρετε

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

H ειδικευμένη στο Harvard γιατρός, κυρία Μαρία Σαββάκη, υπεύθυνη της Μονάδας Δυσλεξίας και διαταραχών του Λόγου στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, απαντά στα βασανιστικά ερωτήματα των γονιών

Ολα όσα θα θέλατε να ξέρετε

Τα τελευταία χρόνια ακούμε για ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα στην εκπαίδευση, τη δυσλεξία. Πολλές απόψεις, πολύς λόγος για τα παιδιά που δεν μπορούν να μάθουν στο σχολείο, πολλοί ειδικοί από πολλούς επιστημονικούς κλάδους και τελικά οι γονείς παραμένουν μπερδεμένοι... Αναζητώντας σαφείς απαντήσεις σε βασανιστικά για τους γονείς ερωτήματα, «Το Βήμα» συνομίλησε με την κυρία Μαρία Σαββάκη (φωτογραφία), γιατρό, εκπαιδευτικό και ψυχογλωσσολόγο. Υπεύθυνη της Μονάδας Δυσλεξίας και διαταραχών του Λόγου στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, η κυρία Σαββάκη, η οποία εξειδικεύθηκε στο Πανεπιστήμιο Harvard των ΗΠΑ, συναντά καθημερινά παιδιά με ιδιαιτερότητες, παιδιά που χρήζουν προσοχής, παιδιά πιθανόν σαν τα δικά μας...
Τι πρέπει να προσέξουν οι γονείς για τη δυσλεξία


- Ας αρχίσουμε με τον ορισμό. Τι είναι η δυσλεξία;

«Είναι μια ειδική δυσκολία στη μάθηση νευρολογικής αιτιολογίας. Χαρακτηρίζεται από δυσκολία στην ακριβή και απρόσκοπτη αναγνώριση των λέξεων και από πτωχή απόδοση στην ορθογραφία και στην αποκωδικοποίηση της έννοιας των λέξεων. Αυτές οι δυσλειτουργίες προέρχονται από τυπικό έλλειμμα στη φωνολογική συνιστώσα της γλώσσας και αξιολογούνται σε σχέση με άλλες γνωστικές ικανότητες (για την ηλικία του παιδιού) και ασφαλώς σε σχέση με την αποτελεσματική διδασκαλία μέσα στην τάξη. Αυτό οδηγεί σε προβλήματα κατανόησης κατά την ανάγνωση και αυτό με τη σειρά του μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη του λεξιλογίου και των βασικών γνώσεων του παιδιού εν γένει».

- Είπατε «νευρικής αιτιολογίας». Είναι δηλαδή μια ασθένεια η οποία μπορεί να θεραπευθεί;

«Δεν είναι ασθένεια. Σε αυτό θέλω να είμαι πάρα πολύ σαφής. Αρα δεν μιλούμε με όρους "θεραπείας". Γνωρίζουμε ότι έχει νευροβιολογική και γενετική προέλευση, και γνωρίζουμε επίσης ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιτυχία».

- Τι άλλες μαθησιακές δυσκολίες υπάρχουν εκτός από τη δυσλεξία;

«Διάφορες, κυριότερες των οποίων είναι η δυσκολία στη γραφή, κατά την οποία μερικά παιδιά δυσκολεύονται να γράψουν σωστά τα γράμματα, και η δυσκολία στα μαθηματικά, οπότε αδυνατούν ή δυσκολεύονται να κατανοήσουν διάφορες μαθηματικές έννοιες όπως η αρίθμηση ή άλλες περισσότερο σύνθετες».

- Διαβάζουμε συχνά για διαταραχές της προσοχής, για την υπερκινητικότητα και άλλα. Αυτά τι σχέση έχουν με τη μάθηση;

«Αυτά συνιστούν διαταραχές της συμπεριφοράς. Από σύγχρονα ερευνητικά δεδομένα ξέρουμε ότι μπορούν να συνυπάρχουν σε πολλά παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες αλλά δεν συνιστούν κατ' ανάγκην αίτιο τα μεν για τα δε».

- Πόσο συχνές είναι οι μαθησιακές δυσκολίες;

«Δυστυχώς, αρκετά συχνές. Ενα 15%-20% των παιδιών δυσλειτουργεί κατά έναν ή άλλο τρόπο στο σχολείο λόγω ατελούς ανάπτυξης των γλωσσικών δομών, δηλαδή της άρθρωσης, της σύνταξης κτλ. Το 80% περίπου των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες έχει ειδική δυσκολία στην ανάγνωση».

- Θα λέγατε ότι το φύλο, η φυλετική προέλευση, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση παίζουν ρόλο στην εμφάνιση της δυσλεξίας;

«Παίζουν σημαντικό ρόλο. H δυσλεξία είναι αρκετά πιο συχνή στα αγόρια, όταν όμως τη συναντάμε στα κορίτσια έχει κάποια πιο έντονα συμπτώματα. Οσον αφορά την κοινωνικοοικονομική κατάσταση ασφαλώς παίζει κάποιο ρόλο όπως και στην εκδήλωση κάθε ανθρώπινης δυσπραγίας. Με αυτό εννοώ ότι τα παιδιά που προέρχονται από μορφωμένους γονείς έχουν όχι μικρότερη πιθανότητα να έχουν δυσλεξία αλλά, λόγω του πλούσιου γλωσσικού περιβάλλοντος του σπιτιού, η δυσκολία στη γλώσσα καθεαυτή εκδηλώνεται με πιο ήπιους τρόπους. Τέλος, την συναντούμε το ίδιο συχνά σε όλες τις φυλές και στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες».

- Μαθαίνουν τελικά τα δυσλεκτικά παιδιά να διαβάζουν;

«Καταλαβαίνετε ότι βάσει των όσων είπαμε η απάντηση θα είναι σχετική. Αν το παιδί διαγνωστεί νωρίς και με σαφήνεια και μπορέσει να πάρει στο νηπιαγωγείο και στην πρώτη τάξη του Δημοτικού αποτελεσματική φωνολογική βοήθεια, θα έχει πολύ λιγότερα προβλήματα από ό,τι αν η δυσκολία του περάσει απαρατήρητη ως την Γ' δημοτικού».

- Τι εννοείτε να διαγνωστεί με σαφήνεια;

«Κάθε δυσλεκτικό παιδί είναι πολύ ιδιαίτερο. Πολύ διαφορετικό από κάθε άλλο δυσλεκτικό παιδί. H σωστή διάγνωση πρέπει να περιέχει: α) τι ακριβώς συμβαίνει, β) γιατί ακριβώς συμβαίνει, γ) πώς και πότε ακριβώς διορθώνεται. Αν δεν τα περιέχει όλα αυτά, δεν είναι διάγνωση».

- Εννοείτε ότι η δυσγραφία ή η δυσαναγνωσία ή δυσαριθμησία, όπως διαβάζουμε, δεν είναι διαγνώσεις;

«Οχι! Είναι περιγραφικοί όροι, περιγράφουν μόνο το "σύμπτωμα", δεν περιγράφουν το πλέγμα των αιτίων που ποικίλλει σημαντικά από παιδί σε παιδί».

- Αλήθεια, αν το παιδί δεν έχει διαγνωστεί ως τη B´ ή την Γ' δημοτικού, έχει χαθεί το τρένο;

«Ποτέ δεν είναι αργά για παρέμβαση και θέλω να δώσω έμφαση στο ποτέ, αρκεί το παιδί και η οικογένειά του να μπορούν να συνεργαστούν, να λάβουν σωστές και εφικτές οδηγίες, και ει δυνατόν να συνεργαστεί και το σχολείο, προκειμένου να στηριχθεί το παιδί συνολικά».

- Τι πρέπει να προσέξουν οι γονείς στο παιδί ώστε να αντιληφθούν ότι πρέπει να συμβουλευθούν έναν ειδικό;

«Ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, μπορεί και πρέπει να χτυπήσει κάποιο κουδουνάκι. Ο παιδίατρος οφείλει να είναι ευαισθητοποιημένος και να παίξει ένα ρόλο σε αυτό. Αρχίζοντας από την προσχολική ηλικία επισημαίνονται προβλήματα στον λόγο και στην πράξη. Τα παιδιά που αργούν πολύ να μιλήσουν, που δεν μαθαίνουν εύκολα καινούργιες λέξεις, που δεν έχουν καλή άρθρωση, κάνουν συνέχεια αναγραμματισμούς, δεν μαθαίνουν τραγουδάκια, δεν θυμούνται τι οδηγίες που τους δίνουμε, δεν μπορούν να διηγηθούν μια μικρή ιστοριούλα, πέφτουν συνέχεια ή έχουν κακή σχέση με τα αντικείμενα γενικώς, δεν μπορούν να κρατήσουν το μολύβι να αντιγράψουν πολύ απλά σχήματα κ.ο.κ. πρέπει να προσεχθούν».

- Αργότερα;

«Αργότερα ως περίπου την Δ' δημοτικού δεν μπορούν να συσχετίσουν τα γράμματα (σύμβολα) με τους ήχους τους, δεν αποκωδικοποιούν απλές εν σειρά λέξεις, που δεν συνιστούν δηλαδή πρόταση, δεν συλλαβίζουν εύκολα, η ανάγνωσή τους έχει πολλά λάθη, υποκαταστάσεις, αναστροφές ή αντικαταστάσεις λέξεων, παραλείψεις λέξεων, αδυναμία ανάκλησης των προσήμων στην αριθμητική, κακή οργάνωση στον χρόνο τους, μεγάλη δυσφορία και άρνηση για το σχολείο κτλ., για να αναφέρω μια πλειάδα συμπτωμάτων τα οποία συνυπάρχουν σε διαφορετικούς συνδυασμούς και άλλοτε με άλλης βαρύτητας νευροκινητική δυσπραγία».

- Στη συνέχεια;

«Από περίπου την Δ´ δημοτικού ως το τέλος του γυμνασίου αρχίζει να φαίνεται η σημαντική υστέρηση ως προς τη σχολική τους ηλικία. Επονται περίπου 2-3 χρόνια της σχολικής τους ηλικίας. Αποφεύγουν να διαβάσουν δυνατά, αρνούνται να γράψουν, δεν έχουν τη δυνατότητα να γράψουν έκθεση, δεν θυμούνται τι άκουσαν, δεν καταλαβαίνουν τα προβλήματα της αριθμητικής, δεν αντιλαμβάνονται εύκολα την ετυμολογία, τα αστεία, τις παροιμίες, έχουν πρόβλημα στην αναδιήγηση κ.ο.κ., πάλι σε άλλοτε άλλους συνδυασμούς όπως είπαμε πριν».

- Υπάρχει «αργότερα» σε αυτήν τη φάση; Δηλαδή μπορούν να έχουν σχολικό/ πανεπιστημιακό μέλλον;

«Ναι, αν το σύνολο των συμπτωμάτων διαγνωστεί και εκτιμηθεί σωστά, αν η παρέμβαση είναι κατάλληλη, αν οι διάφορες επιμέρους λειτουργίες δεν είναι ιδιαίτερα διαταραγμένες... Στο λύκειο και στο πανεπιστήμιο η προβληματική ανάγνωση και η ανορθογραφία μπορεί να συνεχίζονται, να συνοδεύονται από σχετική αδυναμία στη σύμπτυξη των νοημάτων και στην εξαγωγή συμπερασμάτων, το λεξιλόγιο να εξακολουθεί να μην είναι επαρκές, έχουν ίσως μια γενική δυσκολία στις ξένες γλώσσες, προβλήματα με τον χρόνο τους κτλ. Ακόμη μία φορά επισημαίνω ότι κάθε δυσλειτουργικός ενήλικος είναι διαφορετικός από έναν άλλο και αναπτύσσει άλλους τρόπους προσαρμογής στο περιβάλλον του, συχνά πολύ αποτελεσματικούς».

- Πιστεύετε ότι τα δυσλεκτικά παιδιά έχουν ιδιαίτερα συναισθηματικά ή κοινωνικά προβλήματα;

«Τα τελευταία 20 χρόνια πολύ σημαντικά ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι οι συναισθηματικές και κοινωνικές αντιδράσεις των παιδιών μπορεί να συνιστούν καθεαυτό μέρος του προβλήματος αλλά και να δημιουργούνται και να εντείνονται από το μεγάλο στρες που βιώνουν προκειμένου να διεκδικήσουν την επαγγελματική/εργασιακή τους ταυτότητα, εν προκειμένω τη μαθητική τους ταυτότητα. Είναι πιο εύκολο για τους αναγνώστες να καταλάβουν την αλληλεπίδραση της αδυναμίας καθεαυτής με την κοινωνική συμπεριφορά αν σκεφθούν ότι τα δυσλεκτικά νήπια δεν είναι συνήθως δυστυχισμένα, μπορούν να είναι έξυπνα και ενεργητικά και έτσι οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί να έχουν υψηλές προσδοκίες από αυτά, ενώ το παιδί να αντιμετωπίσει απότομα και άμεσα τη δυσκολία να διαβάσει και να γράψει. Οι γονείς και οι δάσκαλοι το πιέζουν να προσπαθήσει και άλλο! Ποτέ κανένας μας δεν μπορεί να καταλάβει πόσο ακριβώς προσπαθεί το δυσλεκτικό παιδί. Συχνά αντιδρούν εστιάζοντας στη λεπτομέρεια, γίνονται τελειοθηρικά, δεν προλαβαίνουν, γεμίζουν συναισθήματα ανεπάρκειας. Αυτά μπορεί να ενισχύονται από μια νευροκινητική ανωριμότητα που τα κάνει συχνά να μην τα καταφέρνουν στα αθλήματα ή στις κοινωνικές συναναστροφές γιατί έχουν δυσκολία να επανέλθουν άνετα σε ένα διάλογο, μπορεί να τραυλίζουν για κάποιο διάστημα, να μην μπορούν να εκφραστούν χωρίς σιωπές ή περιφράσεις ιδίως στην εφηβεία, όπου αρχίζει να είναι σημαντική η φραστική επικοινωνία προκειμένου να ερμηνευθεί και να κατανοηθεί όλος ο κατακλυσμικός καινούργιος κόσμος που ανακαλύπτουν».


- Πιστεύετε ότι μπορεί να οδηγούνται έτσι σε κάποια απομόνωση;

«H απάντησή μου θα είναι ξανά σχετική. Ανάλογα με το πόσο έχει βοηθηθεί ένα παιδί στο σχολείο και στο σπίτι, από το πόσο δηλαδή το έχουν στηρίξει ή όχι οι δομές, και ανάλογα με τη δομή της προσωπικότητάς του και τη συνεργία των ανωτέρω, μπορεί να οδηγηθεί σε άλλοτε άλλου τύπου κοινωνική απομόνωση. H αδυναμία τους να διεκπεραιώσουν συγκεκριμένους στόχους, να αλληλουχήσουν μέσα στη μνήμη τους τα γεγονότα, συν η κατωτερότητα που πιθανόν να αισθάνονται, τα εμφανίζουν στα μάτια των γονέων ως παθολογικούς ψεύτες ή τεμπέληδες, με αποτέλεσμα να τα εκβάλλει και να τα περιθωριοποιεί η οικογένεια ή το εκπαιδευτικό σύστημα».

- Αρα η οικογένεια πρέπει από νωρίς να έχει συγκεκριμένες οδηγίες για το πώς θα στηρίζει το παιδί. Ποια νομίζετε ότι είναι τα κυριότερα προβλήματα της οικογένειας ως προς το δυσλεκτικό παιδί;

«Να συνειδητοποιήσει την ιδιαιτερότητά του. Να καταλάβει ότι η τεράστια ανθρώπινη πολυμορφία μπορεί να εκφράζεται και σε αυτούς. Να ενημερωθεί ότι πάρα πολύ μεγάλη διακύμανση στη συμπεριφορά και στην απόδοσή του στο σχολείο είναι συστατικό μέρος του προβλήματος και εκφράζεται με θετικούς ή αρνητικούς τρόπους ανάλογα με τη συγκυρία. Μια κακή ή προσβλητική ημέρα για το παιδί στο σχολείο μπορεί να προκαλέσει μια αλυσιδωτή αντίδραση με τη συμπεριφορά του παιδιού στο σπίτι. Αυτό μπορεί να είναι απάθεια, αναίδεια, υπερβολική εχθρότητα, θυμός, οτιδήποτε ακραίο το οποίο προκαλεί έντονο άγχος στους γονείς οι οποίοι δεν γνωρίζουν τι συνέβη και αντιδρούν, ατυχώς, εκφράζοντας με τη σειρά τους το ίδιο άγχος».

- Σε ποια ηλικία αρχίζουν αυτά να φαίνονται έντονα;

«Οταν φανεί η αργοπορία στο σχολείο. Συνήθως στην ηλικία των δέκα ετών, οπότε θεωρούμε ότι πρέπει να έχει εγκατασταθεί στο μυαλό και στην ψυχή του παιδιού μια καλή εικόνα για τον εαυτό του. Αν η απόδοσή του στο σχολείο υστερεί σημαντικά τα προβλήματα αυξάνονται. Στην εφηβεία επιτείνονται, οι γονείς εισπράττουν ακέραιο σχεδόν τον θυμό που οι έφηβοι, και πιο πολύ ίσως οι δυσλεκτικοί έφηβοι, έχουν για το σχολείο (τους θεσμούς) και την κοινωνία. Ιδιαίτερα οι μητέρες που είναι εκ φύσεως και εξ ορισμού πιο κοντά στα παιδιά τους. Μερικές φορές τα παιδιά τους τους φέρνουν σε πραγματική απελπισία, η οποία οδηγεί σε έλλειψη ψυχραιμίας και είναι πολύ κακός σύμβουλος».

- Τι μπορεί να γίνει; Ολα αυτά ακούγονται κάπως δύσκολα θα ομολογήσετε!

«Εγώ είμαι αρκετά αισιόδοξη. Πιστεύω ότι αν η οικογένεια και το σχολείο καθοδηγηθούν σωστά, μπορούν να στηρίξουν το παιδί».

- Πώς ακριβώς;

«Κατανοώντας ότι δεν είναι τεμπέλης, ψεύτης, αντάρτης ή ό,τι άλλο κακό, ενισχύοντας και επιβραβεύοντας τις δυνατότητές του και όχι εστιάζοντας στις αδυναμίες του και ακολουθώντας όσο μπορούν καλύτερα την εκάστοτε εκπαιδευτική αγωγή που παίρνουν από τους ειδικούς. Μαθαίνοντάς τα από νωρίς να μιλούν για τον εαυτό τους, τις ανησυχίες τους, τα συναισθήματά τους...».

- Μήπως αυτό είναι ανεδαφικό, ιδίως για το σχολείο; Πού να βρουν χρόνο οι εκπαιδευτικοί να εξατομικεύσουν το ενδιαφέρον τους σε ένα παιδί;

«Ο καλός και τρυφερός δάσκαλος είναι αδύνατον να μη βρει μισή ώρα μέσα στην εκπαιδευτική χρονιά για να μιλήσει με ένα παιδί και να το αποφορτίσει, να το κάνει να μη φοβάται, να το ενθαρρύνει, να του πει ότι αυτός θα βραβεύει την προσπάθειά του και όχι μόνο το αποτέλεσμα. Δεν είναι όλα τα παιδιά που δυσλειτουργούν μέσα στην τάξη. Τα 5-6 που δυσκολεύονται σε κάθε τάξη μπορεί νομίζω να τα βοηθήσει, έστω και ψυχολογικά».

- Ουσιαστικά, μπορεί;

«Θίγετε τώρα ένα μεγάλο θέμα. Συχνά οι εκπαιδευτικοί δεν είναι ενημερωμένοι για τα παιδιά με τέτοια προβλήματα. Ενα ερωτηματολόγιο που μοιράσαμε σε 1.000 εκπαιδευτικούς μέσης εκπαίδευσης σε αστικές, ημιαστικές και αγροτικές περιοχές των νομών μας, μας έδειξε ένα μάλλον απογοητευτικό ποσοστό. 1,8% θεωρεί ότι είναι αρκετά ενημερωμένο για το πρόβλημα, 17% μέτρια ενημερωμένο και το υπόλοιπο 81% δεν θεωρεί ότι ξέρει τίποτε για το πρόβλημα, ούτε ότι μπορεί να χειριστεί τους γονείς ή το παιδί...».

- Οι γονείς που προσέρχονται στη μονάδα σας τι λένε;

«Σχεδόν απαρεγκλίτως ότι δεν ενημερώθηκαν ποτέ από τους δασκάλους, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια του σχολείου. Το παράπονο αυτό όμως μπορεί να είναι και πλασματικό, με την έννοια ότι δεν θέλουν να ακούσουν τον δάσκαλο ή έχουν αμετακίνητα θετική ή αρνητική εικόνα για το παιδί τους».

- Δεν δείχνει να αλλάζει αυτή η μάλλον δυσοίωνη εικόνα;

«Ναι, ευτυχώς! Τα τελευταία χρόνια πολλοί καθηγητές, ιδίως στη μέση εκπαίδευση, μας παραπέμπουν τα παιδιά τα οποία επισημαίνονται στο γυμνάσιο να μην μπορούν καμιά φορά ούτε να συλλαβίσουν ούτε να θυμηθούν παρά ελάχιστη από την πληροφορία ή τη γνώση που παίρνουν από το σχολείο».

- H πολιτεία τι κάνει για αυτό; Ξέρουμε ότι υπάρχει το σύστημα του πιστοποιητικού απαλλαγής από τις εξετάσεις. Αυτό δεν βοηθάει; Ή ποια άλλα μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται και πότε;

«Και αυτό είναι ένα μεγάλο, μέγιστο θέμα. H επίσημη στάση της πολιτείας είναι ασαφής και μεταβαλλόμενη, εν μέρει γιατί υπάρχει σε όλα τα πολιτειακά συστήματα μια αδράνεια 10-20 ετών μεταξύ συνειδητοποίησης και θεσμικής αντιμετώπισης των προβλημάτων. Το πρόβλημα δηλαδή δεν είναι ή ήταν μόνο δικό μας».

- Απαντήστε μου όμως για τα πιστοποιητικά και τα άλλα μέτρα αντιμετώπισης...

«Τα πιστοποιητικά απαλλαγής είναι ένας θεσμός που ξεκίνησε με απολύτως καλές προθέσεις επί υπουργίας του A. Τρίτση, και στον δρόμο εμφάνισε και εμφανίζει πολλές αδυναμίες. Συχνά απαλλάσσουν γονείς και εκπαιδευτικούς από το καθήκον τους να βοηθήσουν αποτελεσματικότερα τον δυσλεκτικό έφηβο. Συχνά επίσης οδηγούν το παιδί σε έκπτωση του ηθικού του πλαισίου, σπάνια αλλά αναπόφευκτα μπορούν να είναι διαβλητά αντικατοπτρίζοντας την γκρίζα πλευρά της κοινωνίας μας. Ούτως ή άλλως είναι αμφίσημα, κατ' εντολήν του καθ' ύλην αρμόδιου γραφείου του υπουργείου Παιδείας, αφήνοντας έτσι τον τρόπο εξέτασης στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε εξετάζοντος».

- Δεν αντιλαμβάνομαι τι θέλετε να πείτε με αυτό το τελευταίο...

«Τα πιστοποιητικά περιέχουν αναγκαστικά την πρόταση "η επίδοση του μαθητή δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί μόνο με γραπτές εξετάσεις, λόγω δυσλεξίας..." και οι εκπαιδευτικοί αναπόφευκτα ερμηνεύουν κατά το δοκούν το πώς θα εξετάσουν τα παιδιά. H ειρωνεία είναι ότι όλα αυτά γίνονται πάντα με τις καλύτερες προθέσεις!».

- Μα λέει μια παροιμία ότι ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις!

«Ακριβώς! Τουλάχιστον συχνά».

- Ολοκληρώνοντας, ποιο νομίζετε ότι θα ήταν ένα σημαντικό μέτρο για την πρόληψη, σε θεσμικό βέβαια επίπεδο, της δυσλεξίας αλλά και των δυσκολιών στη μάθηση;

«Ριζική ενίσχυση του γλωσσικού μέρους στο νηπιαγωγείο (προνήπιο και νήπιο), καθώς και στις δύο πρώτες τάξεις του δημοτικού, με ευρεία αναπροσαρμογή του αναλυτικού προγράμματος σε αυτά τα τρία πολύ σημαντικά χρόνια και πολύ συγκεκριμένες οδηγίες στους νηπιαγωγούς και στους δασκάλους της A´ δημοτικού. Είναι χαρακτηριστικό ότι το αναλυτικό πρόγραμμα του νηπιαγωγείου προτρέπει τους νηπιαγωγούς να δίνουν έμφαση στη γλώσσα, αλλά υπάρχει μόνο ένα συγκεκριμένο παράδειγμα 5-6 σειρών για το πώς να το κάνουν! H φωνολογική κατάρτιση του παιδιού πρέπει οπωσδήποτε να γίνεται με σύστημα και επιμονή σε αυτή την τριετία 4-7 ετών. Εχουμε τότε το πρώτο μεγάλο αναπτυξιακό άλμα και πρέπει να το εκμεταλλευόμαστε».

tovima.gr

Διαβάστε περισσότερα για - ΔΥΣΛΕΞΙΑ : Ολα όσα θα θέλατε να ξέρετε

Δεν πάω, δεν πάω, δεν πάω! | Οι δύσκολες πρώτες ημέρες προσαρμογής στο σχολείο

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009

Τα πιο συνηθισμένα προβλήματα τα οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν οι γονείς όταν το παιδί πηγαίνει πρώτη φορά στο σχολείο αναφέρονται σε άγχη αποχωρισμού του παιδιού από το σπίτι και τη μητέρα.

Ενδείξεις παρόμοιων δυσκολιών υπάρχουν ήδη από τον παιδικό σταθμό και το νηπιαγωγείο, αλλά επιτείνονται στην Α΄ Δημοτικού, διότι οι απαιτήσεις πλέον είναι μεγαλύτερες, τόσο σε μαθησιακή φάση όσο και σε επίπεδο κανόνων και ορίων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το άγχος αυτό είναι παροδικό και με κατάλληλους χειρισμούς -όπως ενίσχυση των θετικών στοιχείων του σχολείου, επιβράβευση του παιδιού για τις επιτυχίες του, ενθάρρυνσή του να ενταχθεί σε ομάδες συνομηλίκων του- μπορεί να ξεπεραστεί.

Ωστόσο, σε εκείνες τις περιπτώσεις που το παιδί εκδηλώνει έντονη και επίμονη ανησυχία στην ιδέα του σχολείου, οι γονείς θα πρέπει να αξιολογήσουν εκ νέου τη στάση τους.

Τα συνηθέστερα ψυχοσωματικά προβλήματα των παιδιών είναι διαταραχές της διατροφής, του ύπνου, ενούρηση, εγκόπριση, κοιλιακά άλγη.

Οπως εξηγεί ο κ. Στέλιος Χριστογιώργος, παιδοψυχίατρος, μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας Παιδιού και Εφήβου, σε παιδιά που παρουσιάζουν έντονο άγχος αποχωρισμού και δυσκολία να ξεκινήσουν για το σχολείο συναντούμε συνήθως μητέρες με σοβαρές εξαρτητικές ανάγκες τις οποίες προβάλλουν στο παιδί τους - το οποίο με τη σειρά του, εύλογα, αρνείται να την αποχωριστεί. Καταδεικνύει επίσης οικογένειες χαοτικές, που με τον τρόπο λειτουργίας τους δεν βοηθούν το παιδί να δημιουργήσει τους δικούς του εσωτερικούς κανόνες που είναι απαραίτητοι για την κοινωνικοποίησή του. Επιπλέον, αρκετά συχνά υπάρχουν γονείς που προτιμούν να επικρίνουν το παιχνίδι, την ξεκούραση, την ψυχαγωγία. Αυτό σημαίνει πως σε οικογενειακό επίπεδο κινούνται και συμπεριφέρονται πολύ περισσότερο προς την κατεύθυνση της υποχρέωσης και πολύ λιγότερο προς εκείνη της ευχαρίστησης.

Ολα αυτά είναι σοβαρά λάθη, τα οποία υφίσταται το παιδί, ταλαιπωρούν τον ψυχισμό του και αντανακλώνται στη συμπεριφορά του. Κατά τον παιδοψυχίατρο, χρειάζεται οι γονείς να τροποποιήσουν τον τρόπο με τον οποίο έχουν οριοθετήσει τα πράγματα -ίσως με τη βοήθεια ειδικού-, επιβραβεύοντας το παιδί για τις πρώτες του επιτυχίες, υιοθετώντας λιγότερο επικριτική στάση στις αποτυχίες του, ενισχύοντας και στηρίζοντας τη σχέση του με το σχολείο και τους εκπαιδευτικούς. Αλλωστε, η επαφή με το σχολείο είναι σημαντική όχι μόνο για την εκπαίδευση, αλλά και για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού, καθότι είναι ένα πεδίο όπου θα ξεδιπλώσει τα ταλέντα του σε διάφορους τομείς. Πάντως, μια καλή αρχή είναι να θυμηθούμε πώς ήταν όταν ήμασταν εμείς μαθητές, τότε που το μόνο που ζητούσαμε ήταν να μας καταλάβουν…

Συμβουλευτείτε τον ειδικό εάν:

Παρουσιάζει πρόβλημα σε σχέση με τις μαθησιακές απαιτήσεις του σχολείου (το αποτέλεσμα δυσανάλογα μικρό σε σχέση με την προσπάθεια του παιδιού).
Το παιδί αντιδρά παρατεταμένα και έντονα να ξεκινήσει για το σχολείο.
Εμφανίζει δυσκολίες σχετικά με τη διαγωγή και τη συμπεριφορά του (εσωστρέφεια, άκρατη επιθετικότητα, υπερκινητικότητα).
Δυσκολεύεται στις κοινωνικές του σχέσεις και αδυνατεί να ενσωματωθεί στο περιβάλλον (είναι απομονωμένο, υπερβολικά ντροπαλό, χωρίς φίλους και παρέες).

Πηγή: Περιοδικό «Κ»
Διαβάστε περισσότερα για - Δεν πάω, δεν πάω, δεν πάω! | Οι δύσκολες πρώτες ημέρες προσαρμογής στο σχολείο

«Μισώ το σχολείο!» ομολογεί μεγάλος αριθμός μαθητών

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

Χθες σήμανε το πρώτο κουδούνι του νέου σχολικού έτους. Χιλιάδες μαθητές γέμισαν ξανά τις σχολικές αυλές με τις χαρούμενες φωνές και τα παιχνίδια τους. Δυστυχώς όμως, αυτή η ειδυλλιακή εικόνα παιδαγωγικής ευφορίας δεν ισχύει για όλους.

Ενας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός παιδιών ή εφήβων (από 5 έως 14 ετών) βιώνει με κυμαινόμενα αισθήματα έντονου φόβου, άγχους ή και πανικού το ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς. Και δεν πρόκειται καθόλου για τους λεγόμενους «αδιάφορους» ή «κακούς» μαθητές, αλλά για καλούς ή και άριστους μαθητές που, χωρίς κάποια εμφανή αιτία, αντιμετωπίζουν κυριολεκτικά με τρόμο την επιστροφή τους στην τάξη. Οι ειδικοί περιγράφουν αυτήν τη διαταραχή στη συμπεριφορά των μαθητών ως «σχολειοφοβία», μια σειρά από φοβικές αντιδράσεις που πλήττουν το 3-5% του μαθητικού πληθυσμού. Και οι γονείς ή οι δάσκαλοι τι κάνουν; Συνήθως τίποτα σωστό, όχι μόνο γιατί δεν διαθέτουν τα απαραίτητα εργαλεία για την έγκαιρη διάγνωσή της, πόσω μάλλον για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της, αλλά και επειδή εμπλέκονται οι ίδιοι άμεσα ή έμμεσα στην εκδήλωσή της.

Ο Τάκης είναι ένα ευγενικό και μοναχικό παιδί 12 ετών, που από την πρώτη Δημοτικού νιώθει έντονη φοβία για το σχολείο. Τα φοβικά αυτά αισθήματα εκδηλώνονται ποικιλοτρόπως: κάθε πρωί, πριν φύγει για το σχολείο, παραπονιέται ότι έχει ημικρανίες και πόνους στο στομάχι, ενώ μόλις περνά την είσοδο του σχολείου αισθάνεται δυσφορία, έντονη αγωνία ή και πανικό. Μια απλοϊκή εξήγηση θα ήταν ότι ο Τάκης είναι αδιάβαστος και προσποιείται πως είναι άρρωστος για να αποφύγει τις συνέπειες. Ομως το παιδί έχει προετοιμάσει καλά τα μαθήματα της επόμενης μέρας και επομένως δεν θα έπρεπε να έχει καμία αγωνία μήπως τον εξετάσουν.

Οταν η μητέρα του Τάκη τόλμησε να αρθρώσει τη λέξη «σχολειοφοβία» για να δικαιολογήσει την εμφανώς αντικοινωνική συμπεριφορά του παιδιού της, συνάντησε μόνο τη δυσπιστία ή την ειρωνεία των υπευθύνων. Μολονότι αυτή η ψυχική διαταραχή είχε ήδη περιγραφεί επαρκώς από την Αμερικανίδα ψυχίατρο Adelaide Johnson από το 1941 (!), εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ακόμη και σήμερα με μεγάλη καχυποψία από τους γονείς και τους δασκάλους.

Σήμερα, η πλειονότητα των ειδικών (παιδοψυχολόγων, ψυχιάτρων) δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι η φοβία του σχολείου ή σχολειοφοβία (school phobia) είναι μια υπαρκτή διαταραχή που προκαλεί στα παιδιά που υποφέρουν έντονες ψυχολογικές και σωματικές αντιδράσεις όποτε εξαναγκάζονται, συχνά διά της βίας, να αντιμετωπίσουν απροετοίμαστα το σύνθετο σχολικό περιβάλλον με τις περίπλοκες κοινωνικές υποχρεώσεις. Αυτή η διαταραχή εκδηλώνεται συχνότερα στα αγόρια ηλικίας 5-14 ετών, ενώ το 80% των περιπτώσεων είναι μοναχοπαίδια ή πρωτότοκα παιδιά.

Πριν φύγουν για το σχολείο τα σχολειοφοβικά παιδιά νιώθουν έντονη δυσφορία, κλαίνε και εκλιπαρούν τους γονείς τους να μείνουν στο σπίτι. Αν παρ' όλα αυτά τα εξαναγκάσουν να πάνε στο σχολείο, τότε οι εκδηλώσεις της διαταραχής γίνονται πολύ πιο δραματικές: τα μικρότερα παιδιά (5-7 ετών) έχουν πονοκεφάλους, έντονους πόνους στο στομάχι και συχνά κάνουν εμετό, ενώ τα μεγαλύτερα παιδιά το σκάνε από το σχολείο για να επιστρέψουν στο σπίτι. Συνήθως τέτοιες ακραίες συμπεριφορές αντιμετωπίζονται ως καπρίτσια κακομαθημένων παιδιών ή ως παράλογες εφηβικές αντιδράσεις και κατά συνέπεια οδηγούν τους υπεύθυνους (γονείς, καθηγητές) σε μια υπερβολικά αυστηρή και ανάλγητη συμπεριφορά. Τι γίνεται όμως όταν δεν πρόκειται για παιδικά καπρίτσια ή εφηβικές ανταρσίες, αλλά αντίθετα για τα συμπτώματα μιας βαθύτερης ψυχικής διαταραχής που προκαλεί αυτές τις «παράλογες» σχολειοφοβικές αντιδράσεις; Και πώς μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε;

Εξαλείφοντας τα συμπτώματα αλλά όχι τις πραγματικές αιτίες

Ενα τυπικό γνώρισμα κάθε σχολειοφοβικού παιδιού είναι ότι ηρεμεί τελείως όταν μένει στο σπίτι και δεν υποχρεώνεται να πάει στο σχολείο. Τότε μόνο οι ανήσυχοι γονείς του διαπιστώνουν εσφαλμένα ότι έχουν ένα υγιέστατο παιδί, το οποίο μάλιστα προσπαθεί να δικαιολογήσει ή και να εκλογικεύσει τα σχολειοφοβικά του αισθήματα: ρίχνει τις ευθύνες στον αυστηρό δάσκαλο ή στους κακούς συμμαθητές που συνεχώς τον πειράζουν, επικαλείται ως αιτία την πρόσφατη αλλαγή σχολείου κ.ο.κ. Και κατά κανόνα υπόσχεται ότι «αργότερα» θα επιστρέψει στο σχολείο χωρίς προβλήματα. Μια απολύτως ειλικρινής υπόσχεση που δυστυχώς δεν θα τηρήσει όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί απλά δεν μπορεί!

Ελπίζουμε να έγινε σαφές ότι δεν πρόκειται για μια απλή και εύκολα διαγνώσιμη διαταραχή. Μόνο μετά από εξαντλητικές ιατρικές εξετάσεις οι ειδικοί μπορούν να αποκλείσουν την αμιγώς οργανική προέλευση κάποιων συμπτωμάτων της σχολειοφοβίας (πονόκοιλος, ναυτία, εμετός, ημικρανία). Ωστόσο, γονείς και δάσκαλοι οφείλουν να συνειδητοποιήσουν ότι, αν ένα παιδί εμφανίσει αυτά τα συμπτώματα, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να τα αφήσουν να γίνουν χρόνια, αλλά να τα αντιμετωπίσουν εγκαίρως με τη βοήθεια πάντα των αρμόδιων ειδικών. Στην αντίθετη περίπτωση, η ενδεχόμενη παραγνώριση και πλημμελής αντιμετώπιση του προβλήματος θα έχει ολέθριες συνέπειες στη φυσιολογική ψυχική ανάπτυξη και την κοινωνικοποίηση του παιδιού.

Πώς όμως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τη σχολειοφοβία; Το βέβαιο είναι ότι οι ψυχολογικές δυσκολίες του μαθητή δεν αντιμετωπίζονται με την εξασφάλιση ειδικών ιατρικών αδειών που θα του επιτρέψουν να μελετά στο σπίτι. Μια τέτοια «λύση» απλώς θα επιδείνωνε το πρόβλημά του, γιατί αν αποφεύγει ή παρακάμπτει συνεχώς τις καταστάσεις που του δημιουργούν έντονο άγχος, δεν θα μάθει ποτέ να το αντιμετωπίζει ή να το εκμεταλλεύεται προς όφελός του. Ούτε βέβαια αλλάζοντας σχολείο λύνουμε το πρόβλημα, αφού το ζητούμενο δεν είναι απλώς η επιστροφή του μαθητή στη σχολική πραγματικότητα αλλά η προσωπική ένταξη και η προσαρμογή του σε αυτήν.

Οσο για τη φαρμακολογική αντιμετώπιση των φοβικών αισθημάτων, αποτελεί την πιο εύκολη αλλά και την πιο αναποτελεσματική προσέγγιση του προβλήματος. Ενδείκνυται μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, όταν οι φοβίες συνδέονται με κάποια σοβαρή μορφή κατάθλιψης. Εξάλλου, η χορήγηση τέτοιων αντικαταθλιπτικών ουσιών δεν συνίσταται ποτέ ως θεραπευτική αγωγή για ανήλικα άτομα.

Η μόνη δυνατότητα θεραπευτικής παρέμβασης που απομένει είναι η συστηματική ψυχοθεραπευτική αγωγή του μικρού ασθενούς και ενίοτε των γονιών του. Στόχος της ψυχοθεραπείας δεν είναι η αναζήτηση του βαθύτερου νοήματος αυτών των φοβικών συμπτωμάτων· κάτι τέτοιο θα επεδίωκε να το κάνει ένας ψυχαναλυτής, και μάλιστα με αμφίβολα αποτελέσματα. Αντίθετα, ένας κατάλληλα εκπαιδευμένος ψυχοθεραπευτής θα προσπαθήσει να «απαλλάξει» τον μαθητή από τις εμφανώς αυτοκαταστροφικές και αντικοινωνικές συμπεριφορές του, προτείνοντάς του κάποια διαφορετικά και πιο συμβατικά πρότυπα συμπεριφοράς τα οποία ενδέχεται να του εξασφαλίσουν μια πιο φυσιολογική, αλλά όχι και πιο συνειδητοποιημένη ζωή. Δυστυχώς, αυτή η συμπεριφοριστική ψυχοθεραπευτική στρατηγική δεν αποβλέπει στη μεγαλύτερη αυτογνωσία του μαθητή, ούτε καν στην επίγνωση των αιτιών της σχολειοφοβίας, αλλά απλώς και μόνο στην εξάλειψη των ενοχλητικών συμπτωμάτων της. *
Γιατί τα μαθηματικά είναι ο εφιάλτης πολλών μαθητών;

Ενώ όλοι θεωρούμε σήμερα εξωφρενικό το να μην ξέρει να διαβάζει ή να γράφει ένας ενήλικος, οι περισσότεροι από εμάς παραδέχονται πρόθυμα και ανερυθρίαστα ότι «δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά στα μαθηματικά».

Η δρ Ευγενία Κολέζα στο πρόσφατο βιβλίο της διερευνά τις δυνατότητες και την αναγκαιότητα μιας ριζικής αναθεώρησης των μαθηματικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων Η δρ Ευγενία Κολέζα στο πρόσφατο βιβλίο της διερευνά τις δυνατότητες και την αναγκαιότητα μιας ριζικής αναθεώρησης των μαθηματικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων Αραγε για τον γενικευμένο μαθηματικό αναλφαβητισμό των περισσότερων «μορφωμένων» ατόμων ευθύνεται το ανεπαρκές εκπαιδευτικό μας σύστημα ή, όπως συνήθως πιστεύουμε, η προσωπική μας ανεπάρκεια σε αυτό το θεμελιώδες γνωστικό πεδίο; Και πώς εξηγείται ότι τα μαθηματικά βιώνονται ως σχολικός εφιάλτης από τόσους πολλούς μαθητές;

Θέσαμε αυτά τα ερωτήματα στη μαθηματικό δρα Ευγενία Κολέζα, που από χρόνια ερευνά τη Διδακτική των μαθηματικών, την οποία και διδάσκει στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Πατρών. Πρόσφατα μάλιστα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Τόπος» το ενδιαφέρον και εξαιρετικά χρήσιμο βιβλίο της με τίτλο: «Θεωρία και πράξη στη διδασκαλία των μαθηματικών».

Γιατί οι περισσότεροι μαθητές αντιμετωπίζουν με φόβο τα μαθηματικά και, παρά την πολυετή μελέτη τους, νιώθουν τέτοια αποστροφή γι' αυτά;

Οι στερεότυπες και ευρέως διαδεδομένες αντιλήψεις σχετικά με το τι είναι τα μαθηματικά, τι σημαίνει κάνω μαθηματικά και τι εννοούμε όταν λέμε ότι κάποιος είναι καλός στα μαθηματικά αποτελούν το βασικό εμπόδιο στην απρόσκοπτη ιδιοποίηση των μαθηματικών από τους μαθητές.

Αυτές οι στερεοτυπικές αντιλήψεις επηρεάζουν βαθύτατα τον τρόπο με τον οποίο διδάσκονται, μελετώνται και γίνονται κατανοητά τα μαθηματικά. Για τους περισσότερους μαθητές και δασκάλους, τα μαθηματικά είναι ένα σύνολο από ορισμούς και κανόνες, που κάποιος πρέπει απλώς να απομνημονεύσει και στη συνέχεια να εφαρμόσει ορθά για να βρει τη σωστή απάντηση σε ένα πρόβλημα.

«Κάνω μαθηματικά» σημαίνει ακολουθώ πιστά μια συγκεκριμένη (αλγοριθμική ή αποδεικτική) διαδικασία βήμα προς βήμα προκειμένου να φτάσω σε ένα αποτέλεσμα. Υπό αυτή την έννοια, κάποιος είναι καλός στα μαθηματικά εάν μπορεί απλώς να ακολουθεί σωστά κάποια προκαθορισμένα βήματα, για την επιλογή των οποίων κάποιοι, κάπου, κάποτε αποφάσισαν με έναν τελεσίδικο τρόπο.

Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα. Οταν κάποιος χρησιμοποιεί τα μαθηματικά για να λύσει ένα πρόβλημα, είτε αυτό είναι ο σχεδιασμός μιας γέφυρας ή ο υπολογισμός της τιμής ενός προϊόντος στο σούπερ μάρκετ, δεν ακολουθεί ποτέ έναν προκαθορισμένο κανόνα. Αν έπρεπε να ακολουθήσει τυφλά έναν προδιαγεγραμμένο κανόνα, δεν θα επρόκειτο για πρόβλημα αλλά για απλή εφαρμογή ενός κανόνα! Η επίλυση ενός προβλήματος δεν είναι μονόδρομος αλλά πολλές φορές ένα δύσβατο μονοπάτι με πολλές διασταυρώσεις και αμφιβόλου αποτελέσματος επιλογές.

Αντίθετα, λοιπόν, με ό,τι συνήθως έμαθαν να πιστεύουν οι μαθητές μετά από κάποια χρόνια φοίτησης στο σχολείο, η επίλυση ενός μαθηματικού προβλήματος είναι μια δημιουργική διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας έχουν (ή μάλλον θα έπρεπε να έχουν) την ευκαιρία να κάνουν υποθέσεις, να εξερευνήσουν την ισχύ τους, να τις αποδεχθούν ή να τις διαψεύσουν, να αναδιατυπώσουν τις σκέψεις τους, να συνδυάσουν δημιουργικά ποικίλες τεχνικές και ιδέες.

Μια άλλη ευρύτατα διαδεδομένη αντίληψη που εμποδίζει την ελεύθερη πρόσβαση των μαθητών στα μαθηματικά είναι ότι αποτελούν ένα δύσκολο γνωστικό αντικείμενο, στο οποίο έχουν πρόσβαση μόνο λίγοι μαθητές επειδή διαθέτουν κάποιες αδιευκρίνιστες «ιδιαίτερες» ικανότητες. Η σύνδεση των καλών επιδόσεων στα μαθηματικά με κάποια «έμφυτη ικανότητα» όχι μόνο ελαχιστοποιεί την προσωπική ευθύνη, μαθητών και δασκάλων, αλλά και ενθαρρύνει την άποψη ότι η όποια αποτυχία ή κακή επίδοση στα μαθηματικά είναι κάτι το «αναπόφευκτο».

Προφανώς τα υπάρχοντα εκπαιδευτικά προγράμματα και ο τρόπος που αυτά εφαρμόζονται δεν είναι άμοιρα ευθυνών για τη διαστρεβλωμένη εικόνα των μαθηματικών που αποκτούν οι μαθητές.

Χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να αναπτυχθεί η μαθηματική γνώση που διδάσκεται στα σχολεία και η ανάπτυξή της ήταν κάθε άλλο παρά μια γραμμική και ομαλή διαδικασία. Η δημιουργία κάθε νέας γνώσης υπήρξε ανέκαθεν (και συνεχίζει να είναι) το αποτέλεσμα έντονων συζητήσεων, αμφισβητήσεων και αντιπαραθέσεων, ακόμα και για ζητήματα που σήμερα φαίνονται προφανή και σε έναν νεαρό μαθητή, όπως για παράδειγμα η περίπτωση των αρνητικών αριθμών. Εντούτοις, για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, το περιεχόμενο των μαθηματικών πρέπει να παρουσιάζεται ως μια παγιωμένη ιεραρχική δομή, με ορισμένες έννοιες να προηγούνται και άλλες να ακολουθούν λογικά τις προγενέστερες. Η βασική διδακτική υπόθεση που διέπει το σημερινό πρόγραμμα σπουδών των μαθηματικών είναι ότι αυτή η ιεραρχική δομή του περιεχομένου των μαθημάτων επιτρέπει στους μαθητές να εμπλουτίζουν βαθμιαία τη γνώση τους.

Τόσο όμως η ιστορία των μαθηματικών όσο και πολλές σύγχρονες έρευνες έχουν δείξει ότι πολλές μαθηματικές έννοιες που φαίνονται απλές στους δασκάλους -επειδή διαθέτουν ήδη συγκροτημένες μαθηματικές δομές- δημιουργούν απίστευτες δυσκολίες στους μαθητές που επιχειρούν να τις κατανοήσουν, κυρίως διότι αντιβαίνουν σε κάποιες διαισθητικές τους αντιλήψεις. Για παράδειγμα, είναι δύσκολο να δεχθεί ένας μαθητής της τρίτης δημοτικού ότι ο πολλαπλασιασμός δεν «μεγαλώνει» πάντα (διότι αυτό του καταρρίπτει την αντίληψη του πολλαπλασιασμού ως επαναλαμβανόμενης πρόσθεσης) ή ότι η διαίρεση δεν «μικραίνει» ή ακόμα ότι ένας αριθμός μπορεί να μην έχει επόμενο.

Η πιο σημαντική δυσκολία, ωστόσο, είναι ότι πολλές φορές οι δάσκαλοι, επειδή δεν κατανοούν επαρκώς τον τρόπο που ιδιοποιούνται τις μαθηματικές έννοιες οι μαθητές τους, αντιμετωπίζουν τα πιθανά λάθη των μαθητών ως έλλειψη προσπάθειας ή προσοχής και τους επιβάλλουν τις σχετικές κυρώσεις που συχνά δεν περιορίζονται στη βαθμολογία. Αυτή η αλόγιστη απαξίωση ενδέχεται να προκαλεί μεγάλα μαθησιακά προβλήματα.

Πολλοί σημαντικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο τρόπος με τον οποίο σήμερα διδάσκονται τα μαθηματικά, για παράδειγμα η έμφαση στην απομνημόνευση, δημιουργεί μεγάλο άγχος στους μαθητές. Και ενώ στα απλά μαθηματικά προβλήματα η απομνημόνευση μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική, όσο τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα, η έλλειψη ουσιαστικής κατανόησης δημιουργεί ανυπέρβλητα εμπόδια στους μαθητές. Αυτό μας βοηθά να κατανοήσουμε το γιατί ενώ πολλά παιδιά ξεκινούν με θετικά συναισθήματα για τα μαθηματικά, καθώς μεγαλώνουν τα πράγματα αντιστρέφονται.

Τι μπορεί να γίνει λοιπόν για τη βελτίωση της διδασκαλίας των μαθηματικών;

Το πρώτο βήμα που επιβάλλεται να κάνουμε είναι να αναγνωρίσουμε ότι η μαθηματική εκπαίδευση των νέων είναι ένα σύνθετο πρόβλημα με επιστημονικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις και ως τέτοιο να αντιμετωπιστεί συλλογικά. Προσπάθειες που περιορίζονται αποκλειστικά και μονοδιάστατα στην επιμόρφωση των δασκάλων ή στη συγγραφή νέων εγχειριδίων ή στην αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών, δύσκολα μπορούν να ευδοκιμήσουν. Το να αλλάξουμε το πρόγραμμα σπουδών χωρίς να αλλάξει η πρακτική διδασκαλίας ή το να αλλάξουμε τα εγχειρίδια διατηρώντας όμως την ίδια διδακτική πρακτική και τις ίδιες μορφές αξιολόγησης ή το να υιοθετήσουμε νέες πρακτικές διδασκαλίας μέσα από «μεταρρυθμιστικά» εγχειρίδια διατηρώντας στην ουσία το ίδιο πρόγραμμα σπουδών, είναι χαμένος κόπος.

Ακόμα, όμως, κι αν όλες οι προηγούμενες διαστάσεις -πρόγραμμα σπουδών, μορφή διδασκαλίας, αξιολόγηση- ληφθούν συνολικά υπόψη, κινδυνεύουμε και πάλι να αποτύχουμε, αν δεν απαντήσουμε στο ακόμη πιο θεμελιώδες ερώτημα: «Τι μαθηματικά θέλουμε να μάθουν οι μαθητές μας και γιατί;». Και δεν πρόκειται καθόλου για θεωρητικά ερωτήματα, όπως πολλοί πιστεύουν, δεδομένου ότι το περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών καθορίζεται από τη συγκεκριμένη απάντηση που δίνουμε κάθε εποχή σε αυτά. *

(Πηγή)
Διαβάστε περισσότερα για - «Μισώ το σχολείο!» ομολογεί μεγάλος αριθμός μαθητών