Η οικογένεια στη νέα εποχή

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

StumpleUpon DiggIt! Del.icio.us Blinklist Yahoo Furl Technorati Simpy Spurl Reddit Google Twitter FaceBook

Μαρίας Ζαφειροπούλου,
Επίκουρης Καθηγήτριας Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Καταρχήν θα ήθελα να ευχαριστήσω την Εταιρεία Παιδαγωγικών Επιστημών Κομοτηνής για τη δυνατότητα που μας δίνει να καταθέσουμε και εμείς τις απόψεις μας γι' αυτό το πολύ σημαντικό θέμα που απασχολεί το συνέδριο, δηλαδή την οικογένεια. Θα είμαι πολύ σύντομη, γιατί όπως θα δείτε και στο πρόγραμμα, συνοδεύομαι και από μια ομάδα συνεργατών από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, από το Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών, οι οποίοι θα ολοκληρώσουν την παρουσία μας εδώ με την παρουσίαση κάποιας εμπειρικής έρευνας που έχει γίνει στη Μαγνησία και, επίσης, θα ολοκληρωθεί η παρουσία αυτή από μια έκπληξη, που ίσως δείτε στην πορεία των παρουσιάσεων.


Βασική αρχή, η οποία υπαγορεύεται από αυτήν καθαυτή τη φύση του ανθρώπου είναι ότι αυτός για να επιβιώσει πρέπει να ζει μαζί με άλλους ανθρώπους. Ανήκοντας σε κάποια κοινωνική ομάδα ο άνθρωπος έχει μέχρι σήμερα κατορθώσει να επιβιώσει σ' όλων των ειδών τις κοινωνίες. Οι κοινωνικές ομάδες των διαφόρων πολιτισμών ξεχωρίζουν από τα επίπεδα οργάνωσης και διαφοροποίησής τους. Οι πρωτόγονες κοινωνίες στηρίζονταν στο μεγάλο μέγεθος των ομάδων τους στις οποίες η κατανομή των λειτουργιών ήταν σταθερή. Καθώς οι κοινωνίες μετατρέπονταν σε πολυπλοκότερες πράγμα που απαιτεί καινούργιες δεξιότητες από τα μέλη της, οι κοινωνικές δομές διαφοροποιούνται κι αυτές.
Η σύγχρονη κοινωνία μας απαιτεί δύο αλληλοσυγκρουόμενα προσόντα από το άτομο: την ικανότητα να αναπτύξει πολύ εξειδικευμένες δεξιότητες για να είναι ικανό να προσαρμόζεται στην κοινωνική ομάδα που ανήκει, αλλά ταυτόχρονα και τη δυνατότητα ταχείας προσαρμογής του στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που συνεχώς αλλάζουν.
Η οικογένεια πάντοτε βρισκόταν και βρίσκεται σε τροχιά αλλαγής που βαίνει παράλληλα με τις αλλαγές της ευρύτερης κοινωνίας. Σε απάντηση μάλιστα προς αυτές τις αλλαγές και ανάλογα με τις εκάστοτε πολιτισμικές ανάγκες που προκύπτουν, άλλοτε λειτουργεί ως προστάτης των μελών της και άλλοτε τους προωθεί προς τα έξω, την ευρύτερη κοινωνικά ομάδα, προκειμένου να κοινωνικοποιηθούν κατάλληλα και να αναπτύξουν δεξιότητες προσαρμοστικότητας στις συνθήκες που επικρατούν εκεί. Έτσι η οικογένεια λειτουργεί καλύπτοντας δύο διαφορετικές ανάγκες των μελών της: η μία είναι «εσωτερική», η ψυχοκοινωνική προστασία τους, η άλλη είναι «εξωτερική» προσαρμογή τους στην πολιτισμική ομάδα.
Είναι γνωστό πριν μερικές δεκαετίες με τι ορμή η βιομηχανική κοινωνία εισέβαλε μέσα στην οικογένεια και ανέλαβε να αντικαταστήσει πολλές από τις λειτουργίες της. Ενώπιον αυτών των αλλαγών ο σύγχρονος άνθρωπος νοιώθει την ανάγκη, και συχνά το κάνει να παραμένει και να υπηρετεί αξίες παρωχημένων εποχών και κοινωνικών συστημάτων.
Ωστόσο, η προσκόλληση του ατόμου σε παλαιά μοντέλα συχνά οδηγεί σε καταστάσεις που χαρακτηρίζονται παθολογικές και παθογενείς (Gergen, 1997). Το ιδανικό του «...κι έτσι παντρεύτηκαν κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» σίγουρα είναι πλέον πολύ «λίγο» στη σύγχρονη κοινωνία.
Στην τροχιά των ταχέων κοινωνικών ανακατατάξεων του κόσμου μας η οικογένεια καλείται να βρίσκεται σε μία διαδικασία συνεχούς προσαρμογής. Εξαιτίας όμως των δυσκολιών που παρουσιάζει η μεταβατική αυτή περίοδος, το ψυχοκοινωνικό έργο της οικογένειας, δηλαδή η στήριξη των μελών της, αποκτά ακόμη σημαντικότερο νόημα. Διότι, μόνο η οικογένεια, η μικρότερη κοινωνική μονάδα έχει τη δυνατότητα να αλλάξει αλλά ταυτόχρονα και να διατηρεί την απαραίτητη συνεχεία στους κόλπους της ώστε να ανατρέφει τα μέλη της έτσι που να αποκτήσουν βαθιές ρίζες για να αναπτυχθούν και να προσαρμοστούν και να μη νοιώθουν «ξένοι» σε «ξένη χώρα» (Barker, 1968).
Σ' όλες τις κοινωνίες η οικογένεια «σφραγίζει» τα μέλη της με την αίσθηση της ταυτότητας. Η αντίληψη του ατόμου για την ταυτότητά του χαρακτηρίζεται από δύο στοιχεία: την αίσθηση του «ανήκειν» και την αίσθηση του «διαφέρειν». Τα δύο αυτά «συστατικά» του εαυτού αναμειγνύονται και ενεργοποιούνται στο πειραματικό εργαστήριο που ονομάζεται οικογένεια.
Η αίσθηση του ”ανήκειν” εδραιώνεται στο παιδί με την «εγκατάστασή» του στην οικογενειακή ομάδα και την διαπίστωση που κάνει για την ύπαρξη σχημάτων αμοιβαίας αλληλεπίδρασης στη δομή της οικογένειας, τα οποία παραμένουν σταθερά κάτω από ποικίλες συνθήκες. Παίρνουμε για παράδειγμα ένα αγόρι με το υποθετικό ονοματεπώνυμο Φίλιππος Ευαγγελίδης. 0 Φίλιππος θα είναι για όλη του τη ζωή ένας Ευαγγελίδης, γιος της Αμαλίας και του Άρη. Το ότι ο Άρης είναι ο πατέρας του Φίλιππου είναι ένα σημαντικό γεγονός στη ζωή του και εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο Άρης είναι σύζυγος της Αμαλίας.
Η αίσθηση της ταυτότητας κάθε μέλους επηρεάζεται ουσιαστικά από την αίσθησή του «ανήκειν» σε μία συγκεκριμένη οικογένεια.
Η αίσθηση του «διαφέρειν» και της ατομικότητας αρχίζει να διαμορφώνεται με τη συμμετοχή του ατόμου σε διαφορετικά οικογενειακά υποσυστήματα, καθώς και με τη συμμετοχή του σε εξωοικογενειακές ομάδες. Καθώς το παιδί και η οικογένεια μεγαλώνουν μαζί, η προσαρμογή της οικογένειας στις ανάγκες του παιδιού ορίζει το τμήμα αυτό της αυτονομίας του που το κάνει να νοιώθει ως ξεχωριστή οντότητα. Στους κόλπους της οικογένειας μορφοποιείται ένας χώρος για το συγκεκριμένο παιδί. Το να είσαι ο Φίλιππος είναι διαφορετικό από το να είσαι ένας Ευαγγελίδης.
Η οικογένεια είναι η «μήτρα» της ψυχοκοινωνικής εξέλιξης των μελών της. Πρέπει όμως να προσαρμόζεται στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες. Αυτή η λειτουργία της οικογένειας δέχεται επιθέσεις από την συνεχώς μεταβαλλόμενη κοινωνία του καιρού μας, διότι θεωρείται στοιχείο συντηρητισμού και στασιμότητας. Επιθέσεις δέχθηκε η οικογένεια σε περιόδους επαναστατικές. Η Γαλλική, η Ρωσική και η Κινεζική επανάσταση υποβάθμισαν την παραδοσιακή οικογενειακή δομή στην προσπάθειά τους να επιταχύνουν την πορεία προς μια νέα τάξη πραγμάτων. Ένα παρόμοιο παράδειγμα κοινωνικής διαδικασίας αποτελούν και τα ισραηλίτικα κιμπούτς.
Πάντως, κι αυτό πρέπει να σημειωθεί, οι νόμοι της Ρωσίας περί γάμου, διαζυγίου και αμβλώσεων την δεκαετία του 1930, τότε που εκινείτο προς τη σταθεροποίηση της νέας κοινωνικής της πραγματικότητας άλλαξαν προς την κατεύθυνση της υποστήριξης της οικογένειας και της συνέχισής της. Το ίδιο και στα κιμπούτς, όπου από την δεκαετία του 1970 τείνουν να ενισχύουν τη λειτουργία της πυρηνικής οικογένειας μέσα σ’ αυτά.
Οι επιθέσεις που πρόσφατα έχει δεχθεί η οικογένεια προέρχονται και από άλλες πηγές, όπως από νέους ανθρώπους που πειραματίζονται με τον κοινοβιακό τρόπο ζωής, οικογενειακής οργάνωσης και ανατροφής των παιδιών.
Πριν αρκετές δεκαετίες από το χώρο της ψυχικής υγείας ο Laing και οι οπαδοί του (Laing & Esterson 1964) σκιαγραφούσαν την οικογένεια ως τον κακόβουλο «προγραμματιστή» των ψυχώσεων και των αποκαλούμενων «φυσιολογικών» ενηλίκων που πλαισιώνουν την κοινωνία. Το φεμινιστικό κίνημα, επίσης περιέγραφε την οικογένεια ως το άνδρο του σωβινισμού των αρσενικών. Υποστήριξε μάλιστα ότι η πυρηνική οικογένεια είναι ένας οργανισμός που δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να «παράγει» μικρά κορίτσια που ανατρέφονται για να γίνουν σύζυγοι σε μικρά κουκλόσπιτα και μικρά αγόρια που δεν θα μπορέσουν να ξεφύγουν από την παγίδα αυτού του αναχρονισμού.
Οι αλλαγές πάντοτε προχωρούν από την κοινωνία προς την οικογένεια. Ποτέ από τη μικρότερη μονάδα στη μεγαλύτερη. Η οικογένεια θα αλλάζει όμως ταυτόχρονα και θα διατηρείται γιατί, όπως έχει αποδειχθεί είναι ο καταλληλότερος χώρος για να επιβιώσει το άτομο σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη κοινωνία. Όσο περισσότερες είναι οι απαιτήσεις της κοινωνίας από τα μέλη της για ευελιξία και προσαρμοστικότητα, τόσο πιο σημαντική θα γίνεται η οικογένεια ως μήτρα της ψυχοκοινωνικής εξέλιξης των μελών της.
Κάθε μελέτη της οικογένειας περιλαμβάνει και τη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο αυτή λειτουργεί ως συμπληρωματική των επικρατουσών κοινωνικών συνθηκών. Η πυρηνική οικογένεια είναι συμπληρωματική της σημερινής κοινωνικής συγκυρίας και, βεβαίως, είναι μία σχετικά πρόσφατη ιστορική εξέλιξη. Οι μετατροπές των κοινωνικών συνθηκών επιφέρουν αλλαγές και στον τρόπο που γίνονται αντιληπτές διάφορες λειτουργίες που επιτελεί η οικογένεια. Για παράδειγμα, πριν 4-5 αιώνες η οικογένεια δεν εθεωρείτο μονάδα ανατροφής παιδιών. Τα παιδιά μάλιστα αναγνωρίστηκαν ως άτομα με δική τους υπόσταση πολύ αργότερα.
Ωστόσο, «συμπληρωματικό» χαρακτήρα προς την οικογένεια έχει και η κοινωνία. Γι’ αυτό αναπτύσσει εξωοικογενειακές δομές που στοχεύουν να βοηθήσουν την οικογένεια να προσαρμοστεί στο νέο ρεύμα, στην καινούργια κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, στο διαφορετικό τρόπο σκέψης. Οι παιδικοί σταθμοί και ο ρόλος που παίζει το σύγχρονο σχολείο στην κοινωνικοποίηση των παιδιών είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Το έργο της αλληλοπροσαρμογής και αλληλοσυμπλήρωσης είναι επίπονο. Κάθε φυσιολογική οικογένεια βιώνει τις πιέσεις από αυτές τις συνεχείς ζυμώσεις. Παρόλα αυτά, πάντως, και παρά τις πολυάριθμες κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές μελέτες της οικογένειας, ο μύθος της γαλήνιας, ήρεμης και αρμονικής οικογενειακής ζωής επικρατεί και ενδυναμώνεται από ατελείωτες ώρες τηλεθέασης μονοδιάστατων τηλεοπτικών χαρακτήρων. Η εικόνα των ανθρώπων που ζουν αρμονικά, προσαρμόζονται ομαλά στις καινούργιες συνθήκες, συνεργάζονται απόλυτα μεταξύ τους, φυσικά καταρρέει αμέσως κάθε φορά που κανείς αντικρίζει μία «φυσιολογική» οικογένεια με τα καθημερινά της προβλήματα. Παραταύτα, ακόμα και ψυχολόγοι και ψυχοθεραπευτές - που καθημερινά αντιμετωπίζουν περιπτώσεις ατόμων των οποίων το ψυχολογικό πρόβλημα οφείλεται στις κάθε άλλο παρά ιδανικές συνθήκες που βιώνουν μέσα στην οικογένεια - αξιολογούν τέτοιου είδους προβλήματα με βάση την ιδανική, ωστόσο ουτοπική εικόνα της οικογένειας.
Στην πραγματικότητα η «φυσιολογική» οικογένεια δεν μπορεί να ξεχωρίσει εύκολα από τη «μη φυσιολογική», διότι υπάρχουν προβλήματα και στις δύο. Ο ειδικός μελετητής θα πρέπει να διαθέτει ένα εννοιολογικό σχήμα της λειτουργίας της οικογένειας, το οποίο να τον βοηθά στο να αναλύσει μια οικογένεια. Ένα τέτοιο σχήμα είναι αυτό που βλέπει την οικογένεια ως σύστημα το οποίο λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια.
Η δομή της οικογένειας είναι το σύνολο των λειτουργικών επιταγών οι οποίες οργανώνουν τον τρόπο που τα μέλη της οικογένειας αλληλεπιδρούν. Η οικογένεια είναι το σύστημα που λειτουργεί με βάση τα σχήματα αμοιβαίας αλληλεπίδρασης. Επαναλαμβανόμενα τέτοια σχήματα οριοθετούν το πώς, το πότε και το ποιος συσχετίζεται με ποιον. Αυτά τα σχήματα υποστηλώνουν το σύστημα. Όταν μία μητέρα λέει στο παιδί της να πιει το χυμό του και το παιδί υπακούει, αυτή η αλληλεπίδραση ορίζει ποια είναι αυτή σε σχέση με το παιδί και ποιο είναι το παιδί σε σχέση με αυτήν, τον συγκεκριμένο αυτό χρόνο και τη συγκυρία.
Τα σχήματα αμοιβαίας αλληλεπίδρασης κανονίζουν τη συμπεριφορά των μελών της οικογένειας και χαρακτηρίζονται από δύο μεγάλους περιορισμούς. Ο πρώτος είναι γενικός και αναφέρεται στους παγκόσμιους κανόνες που διέπουν την οργάνωση της οικογένειας. Για παράδειγμα, πρέπει να υπάρχει μία ισχυρή ιεραρχία μέσα στην οποία γονείς και παιδιά ασκούν διαφορετικά επίπεδα εξουσίας. Πρέπει επίσης οι λειτουργίες μέσα στην οικογένεια να είναι συμπληρωματικές, με τους συζύγους να αποδέχονται μια αλληλοεξάρτηση και τη συνεργασία στην ομάδα.
Ο δεύτερος περιορισμός είναι ιδιοσυγκρασιακός και αναφέρεται στις αμοιβαίες προσδοκίες συγκεκριμένων μελών της οικογένειας. Η προέλευση των προσδοκιών αυτών ξεκινάει από τις διαπραγματεύσεις που γίνονται κάθε φορά μεταξύ των μελών της οικογένειας και που αφορούν σε μικρά καθημερινά γεγονότα.
Έτσι το σύστημα διατηρείται. Αντιστέκεται σε αλλαγές πέρα από ένα όριο, ενώ διατηρεί τα σχήματα που προτιμά όσο το δυνατό περισσότερο. Το σύστημα, βέβαια, διαθέτει και εναλλακτικά σχήματα. Όμως, όποια παρεκτροπή πέρα από το όριο ανοχής του, πυροδοτεί μηχανισμούς που επαναφέρουν τα προτιμώμενα σχήματα. Όταν παρατηρείται κάποια ανισορροπία, συχνά τα μέλη της οικογένειας αισθάνονται ότι κάποια άλλα μέλη της δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους. Όμως, η δομή της οικογένειας πρέπει να προσαρμοστεί στις αλλαγές των συνθηκών. Η συνέχειά της ως σύστημα εξαρτάται από το εύρος των σχημάτων που διαθέτει και την ευελιξία με την οποία τα ενεργοποιεί όποτε είναι αναγκαίο. Και επειδή η οικογένεια οφείλει να ανταποκρίνεται κατάλληλα, όχι μόνο στις εξωτερικές, αλλά και στις εσωτερικές μεταβολές, πρέπει να μετασχηματίζεται κατά τέτοιο τρόπο κάθε φορά ώστε να καλύψει τις καινούργιες ανάγκες που προέκυψαν χωρίς να χάσει τη συνέχειά της που εξασφαλίζει για τα μέλη της ένα πλαίσιο αναφοράς.
Το σύστημα της οικογένειας επιτελεί τις λειτουργίες του μέσω των υποσυστημάτων της τα οποία απαρτίζονται από τα μέλη της. Δυάδες όπως οι δύο σύζυγοι ή η μητέρα και το παιδί, αποτελούν υποσυστήματα. Ο σχηματισμός των υποσυστημάτων μπορεί να εξαρτηθεί από την ηλικία, το φύλο, τα ενδιαφέροντα ή τη λειτουργία που επιτελούν τα μέλη τους.
Καθένα από τα μέλη της οικογένειας μπορεί να ανήκει σε περισσότερα από ένα υποσυστήματα και στο καθένα από αυτά ασκεί διαφορετικά επίπεδα εξουσίας. Έτσι εξασκείται και σε διαφορετικές δεξιότητες. 0 άντρας μπορεί να είναι γιος, ανιψιός, ο μεγάλος αδελφός ή μικρός αδελφός, ο σύζυγος, ο πατέρας, κτλ. Το μικρό αγόρι πρέπει να συμπεριφέρεται σαν γιος, όπως ο πατέρας συμπεριφέρεται σαν πατέρας. Όταν μάλιστα το αγόρι αλληλεπιδρά με το μικρότερό του αδελφό έχει την ευκαιρία να νοιώθει ότι έχει την ίδια εξουσία όπως και ο πατέρας του επάνω σ’ αυτόν. Η οργάνωση των υποσυστημάτων παρέχει τη μοναδική ευκαιρία στα μέλη της οικογένειας να διατηρούν την διαφορετικότητα του εγώ τους.
Τα όρια των υποσυστημάτων είναι οι κανόνες που ορίζουν ποιος συμμετέχει στο καθένα από αυτά κει με ποιο τρόπο. Για παράδειγμα, τα όρια του γονεϊκού υποσυστήματος ορίζονται όταν μία μητέρα λέει στο μεγαλύτερό της παιδί: «Δεν είσαι εσύ ο πατέρας του αδελφού σου. Αν κάνει ποδήλατο στη μέση του δρόμου να έρθεις να μου το πεις εμένα κι εγώ θα τακτοποιήσω το πρόβλημα». Ή αν το γονεϊκό υποσύστημα περιέχει κι ένα παιδί, τα όρια αυτού του υποσυστήματος ορίζονται με το να πει, για παράδειγμα η μητέρα στα παιδιά της: «Η Μαρία θα είναι υπεύθυνη όσο εγώ θα λείπω για ψώνια».
Η απρόσκοπτη λειτουργία της οικογένειας εξαρτάται από το κατά πόσο τα όρια των υποσυστημάτων της είναι ξεκάθαρα. Πρέπει να είναι πολύ καλά καθορισμένα ώστε να επιτρέπεται στα μέλη του υποσυστήματος να λειτουργούν χωρίς ανώφελες παρεμβολές. Πρέπει όμως ταυτόχρονα να μπορούν να επικοινωνούν και με τους άλλους. Η σύνθεση των υποσυστημάτων είναι λιγότερης σημασίας από τη σημασία που έχει η σαφήνεια με την οποία θα πρέπει να είναι καθορισμένα τα όριά τους. Η σαφήνεια αυτή λαμβάνεται ως μία κρίσιμη παράμετρος για την αξιολόγηση της λειτουργικότητας της οικογένειας.
0 μεγαλύτερος αριθμός οικογενειών έχει σαφώς καθορισμένα όρια στα περισσότερα υποσυστήματά της. Ανάμεσα σ’ αυτά όμως υπάρχουν και κάποια με λιγότερο σαφή όρια. Για παράδειγμα, όταν τα παιδιά είναι πολύ μικρά το υποσύστημα μητέρα-παιδιά τείνει να είναι πεπλεγμένο, ενώ ο πατέρας μπορεί να πάρει μία θέση εντελώς αποσυνδεδεμένη σε σχέση με τα παιδιά. Όταν μια οικογένεια λειτουργεί με υποσυστήματα είτε πολύ πεπλεγμένα μεταξύ τους ή εντελώς αποσυνδεδεμένα, αυτό μπορεί να υποδεικνύει κάποια παθολογία.
Το συζυγικό υποσύστημα σχηματίζεται με την ένωση δύο ατόμων του αντίθετου φύλου με σκοπό τη δημιουργία οικογένειας. Οι ιδιαίτερες λειτουργίες του υποσυστήματος αυτού είναι ζωτικής φύσης για την επιβίωση της οικογένειας. Οι κύριες δεξιότητες που απαιτούνται από τα μέλη του είναι η ικανότητα αμοιβαίας προσαρμογής και αλληλοσυμπλήρωσης. Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας από τους συζύγους θα πρέπει να υποστηρίζει τις δραστηριότητες του άλλου στα διάφορα επίπεδα. Επίσης θα πρέπει να αναπτύξουν σχέσεις αλληλεπίδρασης τέτοιες, ώστε να μπορεί κάθε μέλος να υποχωρεί όταν χρειάζεται χωρίς να νοιώθει απαραίτητα και ότι έχει παραιτηθεί. Η αποδοχή της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης είναι μία σχέση συμμετρική, ωστόσο μπορεί να πληγεί από την επιμονή του ενός από τα μέλη να διατηρεί μόνο αυτός τα δικαιώματα της ανεξαρτησίας του. Επίσης μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ των μελών σχέση προστάτη-προστετευόμενου που στην ουσία θέτει τον προστατευόμενο «εκτός μάχης». Το συζυγικό σύστημα πρέπει να έχει ασφαλή σύνορα ώστε να προστατεύεται από τις παρεμβολές των μελών των άλλων υποσυστημάτων, κυρίως των παιδιών τους και των γονιών τους. Είναι πολύ απλό και ανθρώπινο οι δύο σύζυγοι να έχουν το δικό τους ψυχοκοινωνικό έδαφος γιατί χρειάζονται ο ένας τον άλλον σαν καταφύγιο από τις απαιτήσεις του έξω κόσμου (Napier, 1997).
Το γονεϊκό υποσύστημα σχηματίζεται με τη γέννηση του πρώτου παιδιού. Το συζυγικό υποσύστημα πρέπει τώρα να διαφοροποιηθεί για να επιτελέσει το έργο της κοινωνικοποίησης του παιδιού χωρίς όμως να χαθεί μεταξύ των μελών του η αμοιβαία υποστήριξη που χαρακτηρίζει το συζυγικό υποσύστημα. Πρέπει να οριοθετηθούν σαφώς τα δύο υποσυστήματα, έτσι ώστε να επιτρέπεται στο παιδί να έρχεται σε επαφή και με τους δύο γονείς, ενώ ταυτόχρονα θα αποκλείει το παιδί από το να παρεισφρύει στη λειτουργία των συζύγων. Υπάρχουν πολλά ζευγάρια που ενώ είναι πολύ επιτυχημένα ως σύζυγοι, δεν καταφέρνουν να κάνουν επιτυχή μετάβαση από τη δυάδα στην ομάδα των τριών.
Καθώς το παιδί μεγαλώνει, οι εξελικτικές του ανάγκες για αυτονομία και καθοδήγηση αναγκάζουν το γονεϊκό υποσύστημα να τροποποιηθεί ώστε να τις καλύψει. Στην εφηβεία, οι απαιτήσεις των γονιών έρχονται σε σύγκρουση με την απαίτηση των παιδιών για αυτονομία. Το να είσαι γονέας γίνεται πλέον μια δύσκολη διαδικασία αμοιβαίας προσαρμογής. Οι γονείς επιβάλουν κανόνες που δεν μπορούν να εξηγήσουν ή τους εξηγούν ανεπαρκώς. Καμιά φορά μάλιστα δεν τους εξηγούν καθόλου γιατί τους θεωρούν αυταπόδεκτους, ενώ τα παιδιά δεν τους θεωρούν ως τέτοιους. Τα παιδιά αρχίζουν να μη δέχονται τους κανόνες καθόλου και απαιτούν από τους γονείς τους καινούργια πράγματα όπως να τους αφιερώνουν περισσότερο χρόνο.
Είναι αναγκαίο να αντιληφθεί κανείς την πολυπλοκότητα της διαδικασίας της ανατροφής των παιδιών. Οι γονείς δεν μπορούν να προστατεύουν και να καθοδηγούν χωρίς να ασκούν ταυτόχρονα έλεγχο και περιορισμούς. Τα παιδιά δεν μπορούν να μεγαλώσουν χωρίς να απορρίπτουν και να επιτίθενται. Η διαδικασία της κοινωνικοποίησης είναι από μόνη της γεμάτη συγκρούσεις και αντιθέσεις.
Το να είσαι γονέας σημαίνει να ανατρέφεις, να καθοδηγείς, να ελέγχεις. Η αναλογία των παραπάνω καθορίζεται από τις εξελικτικές ανάγκες του παιδιού και τις ικανότητες του γονέα. Πάντως το να είσαι γονέας σημαίνει ότι πρέπει να ασκείς μία μορφή εξουσίας. Δεν μπορούν οι γονείς να συνεχίζουν να λειτουργούν ως γονείς χωρίς να έχουν τη δύναμη να το κάνουν.
Συχνά η ιδανική οικογένεια περιγράφεται ως «δημοκρατία». Είναι όμως λάθος να πιστεύουμε ότι μία δημοκρατική κοινωνία δεν έχει ηγέτη ή ότι η οικογένεια είναι μια παρέα. Στην επιτυχημένη οικογένεια γονείς και παιδιά δέχονται το γεγονός ότι η διαφοροποιημένη χρήση εξουσίας είναι απαραίτητο συστατικό του γονεϊκού υποσυστήματος. Έτσι η οικογένεια γίνεται το εργαστήριο κοινωνικής εξάσκησης για τα παιδιά ώστε να μάθουν να διαπραγματεύονται σε συνθήκες άνισης δύναμης (Wookey & Herbert, 1996).
Το υποσύστημα των αδελφών είναι το πρώτο κοινωνικό εργαστήριο μέσα στο οποίο τα παιδιά πειραματίζονται με τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ τους. Μέσα αυτό τα παιδιά αλληλοϋποστηρίζονται ή απομονώνονται, αλληλοακυρώνονται ή θαυμάζονται αλλά προπάντων μαθαίνουν το ένα από το άλλο. Μαθαίνουν να διαπραγματεύονται, να συνεργάζονται και να συναγωνίζονται. Μαθαίνουν πώς να κάνουν φίλους και συμμάχους, πώς να διατηρούν την αξιοπρέπειά τους ενώ υποχωρούν και πώς να απολαμβάνουν την αναγνώριση των δεξιοτήτων που κατέχουν.
Η σπουδαιότητα του υποσυστήματος αυτού φαίνεται πολύ καλά εν τη απουσία του. Τα μοναχοπαίδια παρουσιάζουν μια πρώϊμη προσαρμογή στον κόσμο των ενηλίκων. Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να παρουσιάζουν δυσκολίες στην ανάπτυξη της αυτονομίας τους και της ικανότητάς τους να μοιράζονται και να συναγωνίζονται με τους άλλους.
Η οικογένεια υπόκειται σε πιέσεις που προέρχονται από μέσα, από τις εξελικτικές μεταβολές των μελών της και των υποσυστημάτων της καθώς και σε πιέσεις εκ των έξω που προέρχονται από την ανάγκη για προσαρμογή των μελών της στις επικρατούσες συνθήκες.
Οι πιέσεις στην οικογένεια μπορεί να ασκηθούν από τέσσερις πηγές:
Όταν ένα μέλος της οικογένειας δέχεται πιέσεις από εξωτερικούς παράγοντες. Στην περίπτωση αυτή τα άλλα μέλη αισθάνονται την ανάγκη να προσαρμοσθούν στις μεταβληθείσες συνθήκες του ενός μέλους. Αν δεν συμβεί αυτό, η πίεση θα μεταφερθεί και στα άλλα μέλη με αρνητικά αποτελέσματα για τη λειτουργία ολόκληρης της οικογένειας.
Όταν ολόκληρη η οικογένεια δέχεται εξωτερικές πιέσεις. Στην περίπτωση αυτή η οικογένεια χρειάζεται να χειριστεί με τέτοιο τρόπο τις εξωτερικές κοινωνικές συνθήκες και συγκυρίες ώστε τελικά να αποβούν σε όφελός της.
Όταν η πίεση προέρχεται από κάποιες μεταβατικές καταστάσεις στην οικογένεια. Στη διάρκεια της εξελικτικής της πορείας η οικογένεια περνάει πολλές φάσεις κατά τις οποίες τα μέλη της καλούνται να διαπραγματευθούν καινούργιους κανόνες, ενδέχεται να χρειάζεται να δημιουργηθούν νέα υποσυστήματα και να χαραχθούν καινούργιες γραμμές διαφοροποίησης. Κατ’ αυτήν τη διαδικασία είναι αναπόφευκτο να μη δημιουργηθούν συγκρούσεις, οι οποίες υπό ιδανικές συνθήκες λύονται με “διαπραγματεύσεις” που υποβοηθούν την μετάβαση από τη μια κατάσταση στην άλλη κι έτσι η οικογένεια προσαρμόζεται με επιτυχία. Οι συγκρούσεις αυτές, μάλιστα, προσφέρουν στα μέλη της οικογένειας την ευκαιρία να αναπτυχθούν και να ωριμάσουν.
Ωστόσο, οι συγκρούσεις αυτές δεν λύονται πάντοτε κι έτσι παρατηρούμε προβλήματα εξαιτίας της μεταβατικής περιόδου που διανύει μια οικογένεια. Προβλήματα μπορούν να δημιουργηθούν διότι τα μέλη της οικογένειας μεγαλώνουν σε ηλικία ή διότι αλλάζει η σύνθεσή τους. Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί περνάει στην εφηβεία, το γονεϊκό υποσύστημα θα πρέπει να προσαρμοστεί στη σχέση «γονείς - νέος» και να ξεπεράσει τη σχέση «γονείς - παιδί» πράγμα που κάποιες φορές δεν επιτυγχάνεται. Οι συγκρούσεις τότε μπορεί να γενικευθούν.
Στην περίπτωση που η οικογένεια αυξάνεται με νέο μέλος, τότε αυτό το μέλος πρέπει να προσαρμοστεί στους κανόνες του συστήματος εντός του οποίου εισέρχεται. Ωστόσο, και το σύστημα πρέπει να τροποποιηθεί κατάλληλα ώστε να συμπεριλάβει το νέο μέλος. Συνήθως το πρόβλημα ξεκινάει από την τάση που υπάρχει να διατηρούνται οι παλιοί κανόνες, πράγμα που ασκεί πίεση στο νέο μέλος και μπορεί να το οδηγήσει σε αυξημένες απαιτήσεις από το σύστημα.
Πιέσεις επίσης ασκούνται στην οικογένεια όταν καλείται να προσαρμοστεί σε μια νέα σύνθεση όπου τα μέλη είναι λιγότερα από πριν για παράδειγμα, όταν ένα ζευγάρι χωρίζει, δημιουργούνται νέα υποσυστήματα. Η μονάδα που περιείχε δύο γονείς και τα παιδιά πρέπει τώρα να γίνει μονάδα μ' ένα μόνο γονέα και τα παιδιά (Ward 1993).
Γενικά πάντως, η οικογένεια που αντιμετωπίζει προβλήματα «μεταβατικότητας» μπορεί να βοηθηθεί και να τα ξεπεράσει πολύ ευκολότερα, αν αυτά δεν έχουν αφεθεί να χρονίσουν για μεγάλο διάστημα ( Webster - Stratton & Herbert, 1994).
Πιέσεις εξαιτίας της κατάστασης υγείας κάποιου μέλους, για παράδειγμα, μιά οικογένεια με καθυστερημένο νοητικά παιδί μπορεί να προσαρμοστεί με το πρόβλημα, όσο το παιδί είναι μικρό. Ωστόσο η πραγματικότητα της νοητικής καθυστέρησης πρέπει να αντιμετωπιστεί σοβαρά, όταν πια το παιδί έχει μεγαλώσει και η απόκλιση της εξελικτικής του πορείας από αυτής των άλλων παιδιών γίνεται ολοένα και εντονότερη.
Συμπερασματικά, το εννοιολογικό σχήμα της οικογένειας είναι «τριεδρικό».
1. Η οικογένεια μετασχηματίζεται με την πάροδο του χρόνου, προσαρμόζεται και αναδομείται έτσι ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί.
Ωστόσο μπορεί μια οικογένεια, αν και λειτουργεί αποτελεσματικά, να αντιδράσει σε κάποιες πιέσεις επιμένοντας να χρησιμοποιεί παλαιά και ακατάλληλα σχήματα.
2. Η οικογένεια έχει μια δομή που μπορεί να τη διακρίνει κανείς μόνο εν κινήσει. Υπάρχουν κάποια σχήματα που προτιμώνται διότι ικανοποιούν τις συνήθεις απαιτήσεις. Όμως η ισχύς του συστήματος εξαρτάται από την ικανότητά του να ενεργοποιεί και εναλλακτικά σχήματα αμοιβαίας αλληλεπίδρασης, όταν είτε ενδοοικογενειακές είτε εξωοικογενειακές συνθήκες απαιτούν την αναδόμηση του συστήματος αυτού. Τα συστήματα πρέπει να διαθέτουν σταθερά όρια, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να είναι και αρκετά ευέλικτα ώστε να επιτρέπουν τροποποιήσεις στην οριοθέτησή τους, όταν αυτό είναι απαραίτητο.
3. Τέλος, η οικογένεια προσαρμόζεται στις πιέσεις με έναν τρόπο που διατηρεί τη συνέχειά της, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει και την αναδόμησή της. Όταν η οικογένεια αντιδρά με δυσκαμψία στις πιέσεις τότε δημιουργούνται και δυσλειτουργικά σχήματα, τα οποία δυνατόν να οδηγήσουν την οικογένεια σε αδιέξοδα και σε αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας.
Βιβλιογραφία
Barker, G. (1968) Ecological Psychology: Concepts and Methods for Stydying The Environment of Human Behaviour, Stanford: Stanford University Press.
Gergen, K. (1997) O κορεσμένος εαυτός. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
Laing, R.D. & Esterson, A. (1964). Sanity, Madness and the Family, London: Tavistock, 1964.
Napier, A. (1997). Το ζευγάρι, εύθραυστος δεσμός, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Ward, B. (1993) Good grief: exploring feelings loss and death, London: Jessica Kingsley Publishers.
Webster - Stratton, C. & Herbet, M. (1994) Troubled Families: Problem children, Chichester: Wiley.
Wookey, J & Herbert, M. (1996) The Wookey – Herbert Parent Skills Manual.



Σημείωση: Πηγή: 3ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
Η οικογένεια στη σύγχρονη κοινωνία
ΚΟΜΟΤΗΝΗ ΜΑΪΟΣ 1999