Το ουίσκι μεθάει περισσότερο από τη βότκα

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

StumpleUpon DiggIt! Del.icio.us Blinklist Yahoo Furl Technorati Simpy Spurl Reddit Google Twitter FaceBook

Η κατανάλωση ουίσκι έχει ως αποτέλεσμα χειρότερη μέθη σε σχέση με τη βότκα, σύμφωνα με νέα αμερικανική έρευνα.

Αιτία μπορεί ενδεχομένως να είναι ο αριθμός μορίων που περιέχει το ουίσκι σε σχέση με τη βότκα, ανακοίνωσε η ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο Brown. Η έρευνα επίσης υπέδειξε ότι το να καταναλώνει μόνο βότκα όλη τη νύχτα κάποιος αντί για ουίσκι δεν βελτίωνε την απόδοση στη δουλειά την επόμενη ημέρα.

Οι 95 εθελοντές ήταν υγιείς χρήστες αλκοόλ και πέρασαν μια νύχτα εγκλιματισμού πριν καταναλώσουν βότκα ή ουίσκι το επόμενο βράδυ. Κατανάλωσαν αλκοόλ που ξεπερνούσε κατά το ένα τρίτο το όριο που επιτρέπεται στη Βρετανία, για τους οδηγούς.

Την τρίτη νύχτα τους δόθηκε ‘εικονικό’ ποτό που δεν περιείχε αλκοόλ. Σε κάθε περίπτωση ρωτήθηκαν στη συνέχεια πώς αισθάνονται και εξετάστηκαν για τη συγκέντρωσή τους σε εργασίες. Οι εθελοντές που κατανάλωσαν ουίσκι ανέφεραν περισσότερα συμπτώματα μέθης, όπως πονοκέφαλο, ναυτία, δίψα και κούραση, σε σχέση με όσους κατανάλωσαν βότκα. Ωστόσο, η γενική απόδοση στη δοκιμασία που αφορούσε συγκέντρωση ήταν περίπου ίδια μεταξύ των δυο ομάδων.

Ο επικεφαλής της έρευνας, Damaris Rohsenow, του Πανεπιστημίου Brown στο Rhode Island, δήλωσε ότι ενώ οι άνθρωποι αισθάνονταν χειρότερα, δεν είχαν χειρότερη επίδοση μετά το ουίσκι σε σχέση με την κατανάλωση βότκας. Δήλωσε ότι η έρευνα έδειξε επίσης ότι οι εργαζόμενοι σε εργασίες που απαιτούν ασφάλεια μπορεί να υποστούν βλάβη από το ποτό-αρκετό διάστημα μετά την εξαφάνιση του αλκοόλ από το κυκλοφορικό σύστημα.

Η έρευνα ανακάλυψε ότι οι διαταραχές ύπνου δεν ήταν χειρότερες σε καμία ομάδα.

Η αιτία της μεγαλύτερης μέθης που προκαλεί το ουίσκι μπορεί να αποδίδεται σον αριθμό μορίων που περιέχει σε σχέση με τη βότκα, δήλωσε ο καθηγητής Rohsenow. Αυτό περικλείει μικρές ποσότητες χημικών ουσιών όπως ακετόνης, ακεταλδεϋδης και ταννινών.

Η έρευνα δημοσιεύεται στο περιοδικό ‘Clinical and Experimental Research.’