Δύσκολοι καιροί για... παιδιά

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

StumpleUpon DiggIt! Del.icio.us Blinklist Yahoo Furl Technorati Simpy Spurl Reddit Google Twitter FaceBook

Τα πρώτα χρόνια της ζωής είναι καθοριστικά για την πνευματική και συναισθηματική ανάπτυξή μας. Σύμφωνα με νέες έρευνες, το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον (οι φίλοι) παίζει πιο σημαντικό ρόλο στην ψυχική εξέλιξή μας απ’ ό,τι η οικογένεια. Το παιδί πιέζεται να ωριμάσει γρηγορότερα ή... καταρρέει.

Η Αμερικανίδα Τζούντιθ Ριτς Χάρις δεν κατάφερε να πάρει πτυχίο στην ψυχολογία, επειδή αποβλήθηκε από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, με την αιτιολογία ότι δεν ήταν σε θέση να συνδυάσει τις σπουδές με τη φροντίδα της νεογέννητης κόρης της. Χρόνια αφότου είχε εγκαταλείψει τις σπουδές της, κατάφερε να κερδίσει την προσοχή της επιστημονικής κοινότητας χάρη σε ένα άρθρο της στον τύπο και στην έκδοση του βιβλίου της με τίτλο Ο μύθος της ανατροφής (Ελληνικά Γράμματα), τα οποία αποτέλεσαν «διπλή εκδίκηση» έναντι των ακαδημαϊκών «δημίων» της. Τελικά, η Ριτς Χάρις, που το χαρτί της αποβολής της από το πανεπιστήμιο έφερε την υπογραφή του πρύτανη Τζορτζ Α. Μίλερ, τιμήθηκε με το ομώνυμο βραβείο «Τζορτζ Α. Μίλερ» για τις έρευνές της. Βάσει των μελετών της, ο ρόλος των γονιών είναι ελάχιστα σημαντικός στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους. Ουσιαστικοί παράγοντες για την πνευματική και ψυχική εξέλιξή τους είναι τα γονίδια και η ομάδα των ανθρώπων με τους οποίους το παιδί αναπτύσσει ισότιμες σχέσεις.

Η Αμερικανίδα ερευνήτρια στήριξε τη θεωρία της στα στοιχεία πολυάριθμων ερευνών που έδειξαν ότι τα παιδιά πάντα αρχίζουν να εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους, να αλλάζουν τον τόνο ή το ύφος της ομιλίας τους μιμούμενα τους φίλους τους και όχι τους γονείς τους. Κάποια άλλα πειράματα έδειξαν ότι τα παιδιά δε διευρύνουν τις σχέσεις που αναπτύσσουν με τους γονείς τους στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον τους: συχνά διαθέτουν υψηλή αυτοεκτίμηση σε σχέση με τους γονείς τους αλλά είναι βαθιά ανασφαλή όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουν τους φίλους τους. Σύμφωνα με την Τζούντιθ Ριτς Χάρις, τα παιδιά γνωρίζουν ότι η οικογενειακή ζωή διαφέρει από την κοινωνική. Πολλές έρευνες δείχνουν ότι τα αγόρια συμπεριφέρονται με αρκετά διαφορετικό τρόπο στο σπίτι από ό,τι έξω από αυτό. Παράλληλα, παρατηρήθηκε ότι τα σημαντικότερα γεγονότα που επηρεάζουν την ψυχολογία ενός παιδιού συμβαίνουν όταν οι γονείς του δεν είναι παρόντες.

Κακές φιλίες
Ένα στοιχείο στο βιβλίο της Χάρις επιβεβαιώνει αυτή τη θεωρία. Όταν ρώτησε μια ομάδα ατόμων ποιο ήταν το γεγονός που τους είχε προκαλέσει τη μεγαλύτερη δυστυχία στη ζωή τους, μόλις το 9% των εθελοντών αναφέρθηκαν σε κακές συμπεριφορές των γονιών τους. Αντίθετα, το 37% των ερωτηθέντων απέδωσαν τις πιο δύσκολες στιγμές τους σε συμπεριφορές φίλων. Επομένως, γιατί αποδίδουμε τόση σημασία στη σχέση γονιών-παιδιών, ως την αιτία εμφάνισης προβλημάτων που πλήττουν την ψυχική υγεία; Σύμφωνα με την Τζούντιθ Ριτς Χάρις, αυτή η λογική σχετίζεται με μια λανθασμένη παραδοχή: στις συλλογικές κοινωνίες ήταν σαφές ότι οι γονείς διαδραματίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο, και έτσι οι ερευνητές συνέχισαν να εργάζονται με βάση αυτή την ιδέα, χωρίς να την αμφισβητούν ποτέ.

Φυσικά, οι θεωρίες της Τζούντιθ Ριτς Χάρις προκάλεσαν αντιδράσεις. Κάποιοι επιστήμονες και πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι οι διαφοροποιήσεις (εξατομικεύσεις) στις σύγχρονες κοινωνίες δεν επιτρέπουν γενικεύσεις. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι είναι αδύνατο να υπολογιστεί επακριβώς ο βαθμός στον οποίο επιδρούν στην παιδική και εφηβική πνευματική υγεία οι γονείς, τα γονίδια και η ομάδα των φίλων.

Δεν είναι παιδιά μας
Οι αντικρουόμενες θεωρίες αναδεικνύουν τις αλλαγές που επέφερε η μετάβαση από τις συλλογικές κοινωνίες στις πιο ατομιστικές, καθώς και την επίδρασή τους στο είδος των διαταραχών που εκδηλώνονται κατά την παιδική και την εφηβική ηλικία. Στους συλλογικούς πολιτισμούς, η εκπαίδευση μέσα από την οποία οι νέοι υιοθετούσαν παραδοσιακούς τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς δεν τέθηκε ποτέ υπό αμφισβήτηση. Οι γονείς μετέδιδαν στα παιδιά τους τις βασικές αξίες, τις προκαταλήψεις και τις στρατηγικές που τους ήταν απαραίτητες, για να διατηρήσουν την ψυχική ισορροπία. Όσο η προσωπικότητα του παιδιού προσαρμοζόταν στις προσδοκίες τους, όλα λειτουργούσαν καλά. Τα πνευματικά προβλήματα (παιδική κατάθλιψη, ψυχοσωματικά προβλήματα) εμφανίζονταν όταν το παιδί ένιωθε ότι δεν ικανοποιούσε τις προσδοκίες που είχαν για εκείνο, κάτι που συνήθως δεν αντιμετωπιζόταν ως πρόβλημα των γονιών. Στις ατομιστικές κοινωνίες, η ψυχολογική υποστήριξη των παιδιών αποτελεί μια πιο περίπλοκη διαδικασία. Ο Λιβανέζος ποιητής και δοκιμιογράφος Καλίλ Γκιμπράν έλεγε ότι «τα παιδιά μας δεν είναι παιδιά μας. Παρ’ όλο που ζουν μαζί μας, δεν μας ανήκουν: είναι παιδιά της ζωής, παιδιά του μέλλοντος». Πράγματι σήμερα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποιες στρατηγικές ψυχολογικής άμυνας θα είναι απαραίτητες στα επόμενα χρόνια ή ποια ψυχικά χαρακτηριστικά θα είναι πιο χρήσιμα στο μέλλον.

Δεν μας εμπιστεύονται
Τα παιδιά το γνωρίζουν, γι’ αυτό δεν εμπιστεύονται τις συναισθηματικές και πνευματικές τεχνικές που τους μεταδίδουν οι γονείς τους, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι διαταραχές που συνδέονται με την έλλειψη ψυχικής δομής: μικροί τύραννοι, διατροφικά προβλήματα, κοινωνικές φοβίες... Αντίθετα, έχουν μειωθεί οι διαταραχές που συνδέονται με την έλλειψη ελευθερίας.

Δύο παραδείγματα περιγράφουν πώς έχουν διαφοροποιηθεί οι μορφές μετάβασης στην ενήλικη ζωή στις σύγχρονες κοινωνίες, συγκριτικά με τις συλλογικές (φυλετικές). Το 1932, ο Βρετανός ανθρωπολόγος Πατ Νόουαν ήρθε σε επαφή με τη φυλή των Σενόι στη Μαλαισία, ενώ εξερευνούσε τη Χερσόνησο της Μάλακα. Ο ειρηνικός και ευτυχισμένος τρόπος ζωής τους στηριζόταν στη συλλογική αντιμετώπιση των προβλημάτων, κάτι που τον έκανε να αναρωτηθεί τι τους διαφοροποιούσε από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Διαπίστωσε ότι ο πολιτισμός των Σενόι βασιζόταν σε ένα οικογενειακό τελετουργικό, σύμφωνα με το οποίο κάθε πρωί συγκεντρώνονταν όλα τα μέλη για να αφηγηθούν τα όνειρά τους και να τα συζητήσουν. Από τη στιγμή που κάποιο παιδί μάθαινε να μιλά, άρχιζε να αφηγείται τις ονειρικές εμπειρίες του στους υπόλοιπους. Με αυτόν τον τρόπο εξοικειωνόταν με τον εσωτερικό κόσμο του και με εκείνο των γονιών του. Οι Σενόι πίστευαν ότι τα πρόσωπα που εμφανίζονται στον ονειρικό κόσμο είναι τα πνεύματα των ζώων, των φυτών, των βουνών, των ποταμών - η φιλία μαζί τους τούς επέτρεπε, σύμφωνα με τον Νόουαν, να μαθαίνουν πράγματα που ποτέ δε θα κατάφερναν να μάθουν μέσω των αισθήσεων. Αν κάποιο παιδί της φυλής των Σενόι ονειρευόταν ότι το καταδίωκε κάποιο ζώο και ξυπνούσε τρομοκρατημένο, ο πατέρας του το καθησύχαζε λέγοντάς του ότι θα το ξανασυναντούσε σε κάποιο άλλο όνειρο. Αν ήταν πολύ μεγάλο και δεν τολμούσε να το αντιμετωπίσει, το συμβούλευε να φωνάξει τα αδέλφια του, τους γονείς και τους φίλους του, για να το βοηθήσουν. Με αυτή τη μορφή συλλογικής αντιμετώπισης των πνευματικών προβλημάτων στην παιδική ηλικία, η ομάδα βοηθά το νέο μέλος της κοινωνίας να αποκτήσει πνευματική ισορροπία.

Επιστήμη vs. θρησκείας
Στους ατομικιστικούς πολιτισμούς, η άμεση υποστήριξη μέσω της μετάδοσης ειδών συμπεριφοράς ή στρατηγικών άμυνας είναι λιγότερο αποτελεσματική, εν μέρει, λόγω του χάσματος των γενεών. Όπως αναφέρει η Τζούντιθ Ριτς Χάρις, τα παιδιά θεωρούν ότι οι αξίες που τους διδάσκουν οι γονείς τους είναι ελάχιστα αποτελεσματικές στον δικό τους κόσμο και αμφισβητούν διαρκώς τις συμβουλές και τις οδηγίες τους. Αυτό αποδεικνύει μια πρόσφατη έρευνα των ψυχολόγων Πολ Χάρις, του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, και Μελίσα Κόινιγκ, του Πανεπιστημίου της Μινεσότα. Οι δύο ερευνητές εντόπισαν μέσω των πειραμάτων τους την τάση των σύγχρονων νέων να δείχνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις επιστημονικές θεωρίες συγκριτικά με τις πνευματικές, συναισθηματικές ή θρησκευτικές αντιλήψεις, που δεν επαληθεύονται. Οι συγκεκριμένοι ερευνητές παρατήρησαν ότι, όταν οι γονείς ή οι καθηγητές μιλούν στα παιδιά, για παράδειγμα, για τους ιούς ή το συκώτι, το κάνουν πεπεισμένοι για την ύπαρξη και τις λειτουργίες τους, παρ’ όλο που είναι το ίδιο αόρατα με οποιαδήποτε θεότητα. Όμως, όταν τους μιλούν για τους θεούς ή για το πόσο σημαντικό είναι να μοιράζονται τα πράγματά τους, οι ενήλικες τείνουν να γίνονται πιο εκδηλωτικοί, κάτι που προκαλεί αμφιβολίες στο παιδικό μυαλό. Στον πολιτισμό μας δεν υπάρχουν ξεκάθαρες συμβουλές που θα εξασφαλίσουν πνευματική υγεία στους νέους, γι’ αυτό το είδος των ψυχολογικών διαταραχών που εμφανίζουν έχει διαφοροποιηθεί συγκριτικά με το παρελθόν.
Αυτή η αλλαγή είναι θετική ή αρνητική; Η απάντηση αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής διαμάχης. Κάποιοι ειδικοί πιστεύουν ότι ο σύγχρονος ατομικιστικός κόσμος επιδρά αρνητικά στους μικρότερους - κάποιοι μάλιστα ισχυρίζονται ότι οδηγούμαστε στη «δολοφονία της παιδικής ηλικίας». Το φθινόπωρο του 2006, μια επιστολή που εστάλη στο αγγλικό περιοδικό Daily Telegraph από 110 καθηγητές, επιστήμονες και ψυχολόγους υποστήριζε ότι τα παιδιά στο Ηνωμένο Βασίλειο εισάγονται πρόωρα στον κόσμο των ενηλίκων και ότι «ένα κοκτέιλ που το συνθέτουν το junk food, το μάρκετινγκ της σεξουαλικότητας, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και η ψύχωση για τους βαθμούς και λιγότερο για τη γνώση τούς έχει δηλητηριάσει τη ζωή». «Είμαστε βαθύτατα προβληματισμένοι για τον υψηλό αριθμό περιστατικών παιδικής κατάθλιψης, προβλημάτων συμπεριφοράς και αναπτυξιακών δυσκολιών», συνέχιζε η επιστολή. «Καθώς οι εγκέφαλοι των παιδιών βρίσκονται πάντα σε ανάπτυξη, δεν μπορούν να προσαρμοστούν, όπως οι ενήλικες, στις ολοένα ταχύτερες τεχνολογικές και πολιτισμικές αλλαγές».

Εκατομμύρια περιστατικά
Ανάμεσα σε όσους υπέγραφαν την επιστολή περιλαμβάνονταν συγγραφείς, όπως ο Φίλιπ Πάλμαν, και επιστήμονες, όπως η διευθύντρια του Ινστιτούτου Νευροφυσιολογικής Ψυχολογίας, Σάλι Γκόνταρντ Μπλάιθ. Η θεωρία τους στηρίχτηκε σε στοιχεία διάφορων ερευνών, μια από τις οποίες δείχνει ότι ο μέσος όρος του διανοητικού επιπέδου των παιδιών ηλικίας 11 ετών στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν δύο ή τρία χρόνια κατώτερος από το επιθυμητό όριο. Επιπλέον, η αγγλική ιατρική ένωση ανακάλυψε ότι ένα στα δέκα παιδιά κάτω των 16 ετών (περισσότερα από ένα εκατομμύριο παιδιά στο Ηνωμένο Βασίλειο) υποφέρουν από νοητικά προβλήματα. Κάποια στοιχεία δείχνουν ότι η κατάσταση είναι ανησυχητική σε παγκόσμιο επίπεδο. Επιπλέον, έχουν αυξηθεί ιλιγγιωδώς οι παιδικές αυτοκτονίες, ειδικά στα αγόρια ηλικίας από 15 έως 19 ετών. Η αύξηση ήταν της τάξης του 50% την περίοδο από το 1970 έως το 1990 και σταδιακά τα κρούσματα πολλαπλασιάζονται, με αποτέλεσμα σήμερα να αποτελούν τη δεύτερη συνηθέστερη αιτία πρόωρου θανάτου μετά τα ατυχήματα.

Καλύτερα από ποτέ;
Είναι σαφές ότι, για να έχουν σημασία τα ποσοστά, θα έπρεπε να υπάρχει η δυνατότητα να συγκριθούν με παλιότερες αντίστοιχες έρευνες, δουλειά αρκετά περίπλοκη. Κάποιοι ειδικοί θεωρούν ότι τα σημερινά παιδιά και οι νέοι διαθέτουν καλύτερη πνευματική υγεία από ποτέ. Ο Αμερικανός ψυχοϊστορικός και κοινωνικός διανοητής Λόιντ Ντεμόζ υποστηρίζει στο βιβλίο του Ιστορία της παιδικής ηλικίας (Θυμάρι) ότι η παιδική ηλικία στο παρελθόν «ήταν ένας εφιάλτης από τον οποίο καταφέραμε να βγούμε». Κάνει λόγο για υψηλά ποσοστά παιδικών αυτοκτονιών, για έλλειψη ελευθερίας και για άρνηση του συναισθήματος της ηδονής που επέβαλλαν οι κοινωνίες άλλων εποχών. Υποστηρίζει ότι στους πολιτισμούς όπου το πιο σημαντικό ήταν να προστατευτεί «το καλό όνομα» είναι δύσκολο να ξέρουμε ποιος ήταν ο πραγματικός αριθμός των αυτοκτονιών.

Άλλοι σύγχρονοι ερευνητές απορρίπτουν θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες η επίδραση των ηλεκτρονικών παιχνιδιών και, γενικά, του «πολιτισμού των σκουπιδιών» είναι ολέθρια για την πνευματική υγεία. Ο Στίβεν Τζόνσον, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, αρθρογράφος του περιοδικού επιστημονικής εκλαΐκευσης Discover και συγγραφέας τριών βιβλίων που αφορούν βασικά ζητήματα της νευρολογίας και της πληροφορικής, είναι φανατικός υπέρμαχος του αποκαλούμενου πολιτισμού των σκουπιδιών. Στο βιβλίο του Everything Bad is Good for You περιγράφει την ευεργετική επίδραση των οπτικοακουστικών μέσων στην πνευματική υγεία.

Επιπλέον θεωρεί ότι η προνοητικότητα, την οποία αναγκαστικά εξασκούν όσοι ασχολούνται με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, και η ικανότητα ανάλυσης σύνθετων προβλημάτων, όπως αυτών που παρουσιάζονται στις τηλεοπτικές σειρές και στα ριάλιτι σόου, διεγείρουν τις νευρωνικές διαδικασίες. Σύμφωνα με το συγγραφέα, η νέα τεχνολογία δημιουργεί εμπειρίες που ξυπνούν τις αισθήσεις μας. Για παράδειγμα, σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι καλούμαστε να υπερπηδήσουμε εμπόδια. Αυτή η διαδικασία προκαλεί μια εγκεφαλική λειτουργία που συνδέεται με την απελευθέρωση ντοπαμίνης, μιας ουσίας που δημιουργεί ευφορία. Το παιχνίδι για πολλές συνεχόμενες ώρες επιτρέπει την ανάπτυξη μιας σειράς λειτουργιών με τελικό σκοπό την επίλυση προβλημάτων. Όταν επιτυγχάνουμε, ο εγκέφαλος μας «επιβραβεύει» παράγοντας ντοπαμίνη, επειδή έχουμε κάνει καλά τη δουλειά μας. Οι νέες γενιές ηλεκτρονικών παιχνιδιών ασκούν τους νέους σε υψηλές δεξιότητες και βελτιώνουν την κριτική ικανότητά τους στον ίδιο βαθμό που το κάνουν, σύμφωνα με τον Τζόνσον, οι παραδοσιακές εκπαιδευτικές ασκήσεις.

Από την πλευρά τους, τα ριάλιτι σόου διεγείρουν τους νευρώνες, υποστηρίζει ο Αμερικανός ειδικός: «Όταν παρακολουθούμε αυτά τα προγράμματα, το τμήμα του εγκέφαλου που ελέγχει τις συναισθηματικές αντιδράσεις των ανθρώπων που μας περιβάλλουν (η εγκεφαλική περιοχή που παρακολουθεί τις μικρές αλλαγές στον τόνο της φωνής και στις εκφράσεις του προσώπου) «σκανάρει» την οθόνη, αναζητώντας ίχνη. Και αυτή η διαδικασία αυξάνει τη συναισθηματική ευφυΐα. Ο Τζόνσον υποστηρίζει επίσης ότι βρισκόμαστε στην αρχή μιας νέας εποχής, της ψηφιακής. Η τηλεόραση παρουσιάζει ολοένα πιο εξεζητημένες παραγωγές, σειρές με πρωτότυπη θεματολογία, ταινίες που παίζουν με το χρόνο, ενώ τα ηλεκτρονικά παιχνίδια γίνονται πιο περίπλοκα, προσφέροντας ποικιλία καταστάσεων. Όλα αυτά συμβάλλουν ώστε οι νέες γενιές να εισέρχονται γρήγορα σε έναν κόσμο περίπλοκο, τον οποίο γνωρίζουν από διάφορες οπτικές γωνίες. Κάτι που καθιστά τα άτομα πιο ευφυή σε συναισθηματικό επίπεδο και τους εξασφαλίζει μεγαλύτερη ψυχολογική ισορροπία.

Η σημασία της επικοινωνίας
Σε κάθε περίπτωση, σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι δύσκολο να καταλήξουμε αν η πνευματική υγεία των παιδιών και των εφήβων έχει βελτιωθεί ή αν έχει χειροτερέψει. Πιθανόν ενισχύονται κάποιες δεξιότητες που μας βελτιώνουν σε ορισμένους τομείς, ενώ χάνονται άλλες ικανότητες, δημιουργώντας «μαύρες τρύπες» στην ψυχολογική σταθερότητά μας. Γι’ αυτό, οι σύγχρονες έρευνες επικεντρώνονται κυρίως στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων ψυχικών προβλημάτων που συνδέονται με βασικές δεξιότητες, όπως την ικανότητα στην επικοινωνία. Στις συλλογικές κοινωνίες, οι επιλογές σημαδεύονταν από τον πολιτισμό. Σήμερα καλούμαστε να επιλέξουμε οι ίδιοι μια μορφή αντίδρασης, καθώς και να διατηρήσουμε μια σχετική απόσταση από τους άλλους, σεβόμενοι το «χώρο» τους. Αυτό δημιουργεί νέες δυνατότητες αλλά και τεράστιες δυσκολίες, που προκαλούν την έξαρση των διαταραχών.

(Πηγή)