Η προσωπικότητα και η ευφυΐα επιδρούν στο προσδόκιμο ζωής

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

StumpleUpon DiggIt! Del.icio.us Blinklist Yahoo Furl Technorati Simpy Spurl Reddit Google Twitter FaceBook

Οι συναισθηματικά σταθεροί, έξυπνοι άνδρες ίσως ζουν περισσότερο από τους νευρωτικούς και λιγότερο ευφυείς συνομηλίκους τους, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο επιστημονικό έντυπο Psychosomatic Medicine.

Ο Δρ Αλεξάντερ Γουέις και οι συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου στη Μ. Βρετανία διαπίστωσαν ότι οι άνδρες με νευρωτικά χαρακτηριστικά (τάση ανησυχίας και συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα) και χαμηλή γνωστική ικανότητα διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο να αποβιώσουν σε ορίζοντα δεκαετίας, συγκριτικά με άνδρες χωρίς τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά.

Είναι γνωστό ότι τα άτομα που είναι νευρωτικά τείνουν να έχουν ένταση, αγωνία και να είναι επιρρεπή στην κατάθλιψη και έχουν φυσικά περισσότερες πιθανότητες να καπνίζουν και να έχουν κακή υγεία, συγκριτικά με άτομα που δεν είναι νευρωτικά. Ωστόσο, οι επιδράσεις αυτών των χαρακτηριστικών μπορεί να είναι μικρότερες μεταξύ των ευφυών ατόμων, που έχουν περισσότερες πιθανότητες να έχουν οικονομικές πηγές και νοημοσύνη για να αντιμετωπίζουν καλύτερα τα όποια προβλήματα υγείας ανακύπτουν στην πορεία της ζωής τους.

Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε δείγμα 4.200 ανδρών που τέθηκαν υπό ιατρική παρακολούθηση για 15 χρόνια. Συνολικά 234 άνδρες απεβίωσαν κατά τη διάρκεια της μελέτης.

Μετά τον συνυπολογισμό της επιρροής της ηλικίας και άλλων παραγόντων, ο υψηλός νευρωτισμός και η χαμηλή γνωστική ικανότητα σχετίστηκαν με την πιθανότητα θανάτου.

Ο κίνδυνος που τίθεται από την χαμηλή νοημοσύνη έρχεται μέσω της σχέσης με την κακή υγεία, την χαμηλότερη μόρφωση και το χαμηλό εισόδημα.

Το υψηλό κοινωνικο-οικονομικό στάτους και η καλύτερη φυσική κατάσταση αμβλύνουν την επίδραση της χαμηλής νοημοσύνης αλλά όχι όμως και του υψηλού νευρωτισμού επί της θνησιμότητας.

Το σημαντικότερο μήνυμα της μελέτης είναι ότι οι ψυχολογικοί παράγοντες μπορεί να αλληλεπιδρούν για να επηρεάσουν την υγεία.

Πηγή: Reuters Health