Όμοιος τον όμοιο αγαπά κι όμοιος τον όμοιο θέλει!

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

StumpleUpon DiggIt! Del.icio.us Blinklist Yahoo Furl Technorati Simpy Spurl Reddit Google Twitter FaceBook


Μια ομάδα Βρετανών μελετητών έρχεται τώρα να την επιβεβαιώσει και επιστημονικά. Το κύριο συμπέρασμα της έρευνάς τους ήταν ότι οι άνθρωποι εμπιστεύονται περισσότερο άτομα, τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά των οποίων είναι παρόμοια με τα δικά τους. Η επικεφαλής της έρευνας, την οποία διεξήγαγε το Πανεπιστήμιο του Αberdeen, λέκτορας Ψυχολογίας Dr Lisa DeΒruine υποστήριξε μάλιστα κατά τη διάρκεια του Βρετανικού Φεστιβάλ Επιστήμης ότι συνήθως οι άνθρωποι εμπιστεύονται κατά 50% αυτούς που έχουν απέναντί τους, αν όμως τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά αυτών μοιάζουν με τα δικά τους τότε το ποσοστό αυτό αυξάνεται κατά 23%.

Στο ψυχολογικό πείραμα που έκαναν οι ερευνητές εξέτασαν κατά πόσον το δείγμα ήταν διατεθειμένο να εμπιστευθεί τα χρήματά του σε αγνώστους, τα πρόσωπα των οποίων έβλεπαν στην οθόνη ενός υπολογιστή. Διεπίστωσαν λοιπόν ότι οι συμμετέχοντες στη μελέτη εμπιστεύονταν περισσότερο τα πρόσωπα, τα χαρακτηριστικά των οποίων είχαν ψηφιακά αλλοιωθεί ούτως ώστε να θυμίζουν τα δικά τους. Αυτό δεν ήταν όμως το μοναδικό πείραμα. Η έρευνα είχε αρχίσει από το 2005 στο Πανεπιστήμιο Μακ Μάστερ του Καναδά και τότε είχε ζητηθεί από 144 φοιτητές να δουν ζεύγη φωτογραφιών άλλων φοιτητών και να δηλώσουν ποιο από τα δύο πρόσωπα θα εμπιστεύονταν περισσότερο. Στην πλειονότητά τους οι ερωτηθέντες είχαν επιλέξει τις φωτογραφίες που απεικόνιζαν φοιτητές που έμοιαζαν με τους ίδιους.

Υπόγειες συγγένειες
Για την Dr DeΒruine τα αποτελέσματα είναι απόλυτα λογικά, αφού όπως λέει «οι άνθρωποι υποσυνείδητα αναγνωρίζουν την ομοιότητα και υποθέτουν ότι μπορεί να πρόκειται για συγγενείς». Πρόκειται μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τη λέκτορα Ψυχολογίας, για μηχανισμό ο οποίος σχετίζεται με την ανθρώπινη εξέλιξη καθώς και οι παλαιότερες γενιές έπρεπε να διαχωρίζουν τους συγγενείς τους και να αποφεύγουν να ζευγαρώνουν μαζί τους. Εκεί βασίζεται όμως και ένα ακόμη παρεμφερές συμπέρασμα της μελέτης, ότι δηλαδή οι άνθρωποι συνήθως δεν ελκύονται ερωτικά από άτομα με παρόμοια φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά αφού και τείνουν να θεωρούν ότι πρόκειται για συγγενείς και άρα γνωρίζουν ότι δεν πρέπει να συνδεθούν ερωτικά μαζί τους!

Όπως υπογραμμίζει η ψυχολόγος κ. Μαριέττα Ρήγα- Πεπελάση «είναι απόλυτα φυσιολογικό οι άνθρωποι να ταυτίζονται και άρα να εμπιστεύονται περισσότερο όσους θεωρούν ομοίους. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πώς λειτουργούν τα μικρά παιδιά, που κατευθύνονται κυρίως από το ένστικτο στις φιλικές τους σχέσεις, για να το καταλάβει. Οι φίλοι έχουν συνήθως κοινά εξωτερικά χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα ανάστημα ή χρώμα μαλλιών, για τον απλό λόγο ότι έχουμε την τάση να βλέπουμε την εικόνα μας στον άλλον». Προσθέτει δε ότι «μέσω των παρόμοιων εξωτερικών χαρακτηριστικών οι άνθρωποι εκπέμπουν συνήθως προς τους άλλους- που επιθυμούν να προσεγγίσουντο μήνυμα πως ανήκουν στην ίδια ομάδα».

Ο φυσιογνωμιστής κ. Έβαν Γεωργουλάκης αναφέρει ότι υπάρχουν όντως φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά που μπορούν να «εμπνεύσουν» εμπιστοσύνη στους άλλους. «Τα μάτια, τα φρύδια, η μύτη και το στόμα αποτελούν δείκτες της λεγόμενης εσωτερικής μας φυσιογνωμίας. Όταν όλα αυτά είναι ανοιχτά, δηλαδή όχι “σφιγμένα” και μικρά, παραπέμπουν σε παιδικό πρόσωπο που δημιουργεί στο άτομο την αίσθηση της αθωότητας καθώς και την επιθυμία να το προστατεύσει. Ένας άνθρωπος λοιπόν με μεγάλα μάτια, φρύδια σηκωμένα- δηλαδή αρκετά μακριά από τα μάτια-, ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα και γεμάτα χείλη φυσιογνωμικά τουλάχιστον φαίνεται ως κάποιος που μπορούμε να εμπιστευθούμε, ενώ κάποιος με τα ακριβώς αντίθετα χαρακτηριστικά πιθανόν να μην εμπνεύσει εμπιστοσύνη με την πρώτη ματιά».

Η ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ κ. Ρήγα- Πεπελάση επισημαίνει ωστόσο πως η τάση των ανθρώπων να δίνουν έμφαση πρωτίστως στην εικόνα του άλλου και μέσω αυτής να καταλήγουν σε συμπεράσματα για την προσωπικότητά του, αν δηλαδή είναι ή όχι άνθρωπος εμπιστοσύνης, κρύβει και τον κίνδυνο της απάτης και μπορεί να δημιουργήσει λανθασμένες εντυπώσεις. «Το κλασικότερο παράδειγμα όλων είναι πως ένας άνθρωπος με αγγελικό που λέμε πρόσωπο μπορεί να είναι εξαιρετικά κακός χαρακτήρας. Είναι πολύ σημαντικό να μην κρίνουμε μόνο με βάση την εικόνα αλλά να λαμβάνουμε υπ΄ όψιν παράγοντες όπως οι αρχές του άλλου», λέει. Ένα ακόμη πρόβλημα, σύμφωνα με την κ. Ρήγα- Πεπελάση, είναι ότι «η έμφαση που αποδίδουμε στην εικόνα έχει τόση σημασία πλέον, που οι ομάδες σχηματίζονται στη βάση των κοινών εξωτερικών χαρακτηριστικών, δηλαδή για παράδειγμα γυναικείες παρέες όπου όλες είναι ξανθές ή έχουν ακριβώς το ίδιο μακιγιάζ, παραβλέποντας αλλά σημεία επαφής όπως το να έχουν τις ίδιες αξίες».

Ο κ. Γεωργουλάκης τονίζει πως «όλα αυτά είναι ένας “μέσος όρος” που αλλάζει ανάλογα με το πώς διαμορφώνεται το κοινωνικό περιβάλλον, δηλαδή από τα κοινά χαρακτηριστικά της πλειονότητας των ανθρώπων σε μια κοινωνία». Παράλληλα εφιστά την προσοχή υπογραμμίζοντας ότι «σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να απομονώνει κανείς κάποιο χαρακτηριστικό και να βγάζει συμπεράσματα. Δηλαδή, για παράδειγμα, λέμε ότι οι άνθρωποι με γαμψή μύτη ή λεπτά χείλη είναι κακοί. Αυτό είναι τελείως αυθαίρετο και δημιουργεί προκαταλήψεις διότι το πρόσωπό μας μεταδίδει στο σύνολο του έναν όγκο πληροφοριών για εμάς, που πρέπει όλες να συνυπολογίζονται. Επίσης όλα τα πρόσωπα έχουν αντικρουόμενα χαρακτηριστικά- π.χ. μεγάλα μάτια και λεπτά χείλη- γι΄ αυτό πρέπει να δει κανείς ποιο ισχύει, πού και πότε».

Πάντως, υποστηρίζει ότι «πολύ συχνά η πρώτη εντύπωση που σχηματίζουμε για τον άλλον βλέποντας τα μηνύματα που στέλνει το πρόσωπό του πριν τον γνωρίσουμε είναι και η πιο σωστή, γιατί συνήθως είναι ανεπηρέαστη». Ωστόσο, παραδέχεται ότι μπορεί και να μην είναι ασφαλής τρόπος για να σχηματίσουμε γνώμη αφού, όπως σημειώνει «είναι πιθανόν λόγου χάριν κάτι να μας θυμίσει ένα πρόσωπο με το οποίο έχουμε κακή εμπειρία και να κρίνουμε λανθασμένα».

«ΣΕ ΠΟΙΟΝ θα εμπιστευθείτε την τύχη της χώρας;».

Πρόκειται για μία από τις πιο κλασικές ερωτήσεις που απευθύνουν οι πολιτικοί στους ψηφοφόρους τους κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Η απάντηση όμως που δίνουν οι τελευταίοι στην κάλπη δεν είναι πάντα ορθολογική, καθώς και η εμπιστοσύνη δεν έχει να κάνει μόνο με τη λογική επεξεργασία των προτάσεων των υποψηφίων. Σύμφωνα με έρευνα δύο Αμερικανών καθηγητών Επικοινωνίας και ερευνητών του Πανεπιστημίου του Stanford, των Τζέρεμι Μπάιλενσον και Σάντο Ιγιενκάρ, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ρublic Οpinion Quarterly», πέρα από τα ορθολογικά κριτήρια οι πολίτες συχνά βασίζονται για την επιλογή και σε επιφανειακούς παράγοντες, όπως η ομοιότητα των χαρακτηριστικών του προσώπου του υποψηφίου με τα δικά τους. Το βασικό συμπέρασμα, λοιπόν, της έρευνάς τους ήταν πως οι ψηφοφόροι τείνουν να ψηφίζουν κάποιον που τους μοιάζει φυσιογνωμικά.

Για την ψυχολόγο κ. Αλεξάνδρα Καππάτου, η υπόθεση των δύο καθηγητών Επικοινωνίας είναι απόλυτα εύλογη. «Άλλωστε είναι γνωστό σε όλους ότι οι περισσότεροι επικοινωνιολόγοι και κοινωνικοί ψυχολόγοι ερευνούν και αναλύουν τις προτιμήσεις και τις τάσεις του εκλογικού σώματος και προσπαθούν να προσαρμόσουν τα εξωτερικά και εσωτερικά χαρακτηριστικά των υποψηφίων σε αυτά.

Αυτό που παίζει ρόλο είναι ο πολιτικός να φαίνεται οικείος και “ένας από εμάς” για να τον εμπιστευτούμε», λέει.

Συμπληρώνει δε ότι «ακριβώς όπως μας εμπνέουν εμπιστοσύνη τα πρόσωπα με χαρακτηριστικά που θυμίζουν τα δικά μας στην καθημερινή ζωή, είναι λογικό και στην περίπτωση των υποψηφίων να εμπιστευόμαστε περισσότερο κάποιον που μας θυμίζει εμάς. Άλλωστε οι ψηφοφόροι ψάχνουν στον ηγέτη στοιχεία του εαυτού τους προκειμένου να ταυτιστούν και να νιώσουν ασφάλεια και σιγουριά ότι θα επιτύχει τον κοινό στόχο».

(Πηγή madata)