Τι κρύβει η ψυχή των παιδιών

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

StumpleUpon DiggIt! Del.icio.us Blinklist Yahoo Furl Technorati Simpy Spurl Reddit Google Twitter FaceBook

Της ΜΑΡΙΑΣ ΔΕΔΕ

Τι κρύβεται πίσω από την κορυφή του παγόβουνου, πίσω απ' αυτό που σε μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε να θεωρηθεί «σύμπτωμα» ψυχικής διαταραχής στη συμπεριφορά ενός παιδιού; Τι κρύβεται πίσω από ένα υπερκινητικό ή ένα ψυχικά ανεσταλμένο παιδί; Πόσο εύκολο, τελικά, είναι να γίνει διακριτό το όριο ανάμεσα στο φυσιολογικό και στο παθολογικό, όταν μιλάμε για έναν οργανισμό εν εξελίξει όπου οι αλλαγές τόσο σε βιολογικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο είναι ταχείες και μερικές φορές απρόσμενες;

«Συνεχίζουμε να περιμένουμε μια νόρμα ακόμη και αν η πραγματικότητα μας αποδεικνύει το αντίθετο με πολυάριθμα παραδείγματα», σημείωνε πριν από χρόνια η ψυχαναλύτρια Αννα Φρόιντ (κόρη του Ζίγκμουντ Φρόιντ) μιλώντας για το φυσιολογικό και το παθολογικό στο παιδί και η κουβέντα ακόμη καλά κρατεί για τα θέματα αυτά - πέρα και ανεξάρτητα από διαγνωστικά κριτήρια, ταξινομήσεις ψυχικών διαταραχών και μέσα από τις συνεχείς αναθεωρήσεις τους.

«Δεν πρέπει να κρίνουμε μόνο με το σύμπτωμα, αλλά να ψάξουμε σε τι αντιστοιχεί το σύμπτωμα, τι αντιπροσωπεύει στο κάθε παιδί», επισημαίνει ευθύς εξαρχής η Ελένη Λαζαράτου, επίκουρη καθηγήτρια Παιδοψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. «Ενα σύμπτωμα ή μια συμπεριφορά δεν μπορούν να θεωρηθούν παθολογικά παρά μόνο σε σχέση με το επίπεδο ανάπτυξης ή με μια δεδομένη κατάσταση στην οποία βρίσκεται το παιδί», προσθέτει.

Αφορμή για μια συζήτηση μαζί της, το συνέδριο που διοργανώνει από σήμερα έως και την Κυριακή, στο ξενοδοχείο Divani Caravel η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ψυχοπαθολογίας Παιδιού και Εφήβου (ΑΕΡΕΑ), με θέμα «Από την ψυχική αναστολή στην υπερκινητικότητα. Ψυχοπαθολογική προσέγγιση». Και αυτή η προσέγγιση, μας εξηγεί η κ. Λαζαράτου, είναι που μας κάνει να βλέπουμε το παιδί όχι σαν ένα μεμονωμένο άτομο αλλά μέσα στην οικογένειά του, μέσα στην κοινωνία όπου ζει. Κάθε σύμπτωμα έχει ένα νόημα, δεν είναι τυχαίο και εξαρτάται από την προσωπική ιστορία του παιδιού.

Μπορεί στην Ελλάδα να μην υπάρχουν επιδημιολογικές έρευνες για τις δύο διαταραχές που θα αποτελέσουν αντικείμενο του συνεδρίου ώστε να μιλήσουμε με ποσοστά, όμως τα περιστατικά που φτάνουν στους ειδικούς είναι αρκετά και συνεχώς αυξάνουν.

«Συνήθως οι γονείς», θα πει η κ. Λαζαράτου, «απευθύνονται σε έναν ειδικό όταν το παιδί τους εμφανίσει υπερκινητικότητα. Την ψυχική αναστολή δεν την εντοπίζουν εύκολα παρά μόνον όταν δημιουργήσει ειδικά προβλήματα. Τα ανεσταλμένα παιδιά είναι πολύ ήσυχα, πολύ υπάκουα και δεν εκδηλώνουν προβλήματα συμπεριφοράς. Είναι μαζεμένα στον εαυτό τους, άρα δεν δημιουργούν προβλήματα και ως εκ τούτου δεν μιλάμε πολύ γι' αυτά τα παιδιά. Εμείς επιλέξαμε στο συνέδριο να καλύψουμε όλο το φάσμα. Να μιλήσουμε και γι' αυτά τα παιδιά που υποφέρουν σιωπηλά».
Τι είναι και πώς εκδηλώνεται η ψυχική αναστολή;

«Η αναστολή είναι ένας μηχανισμός ψυχικής άμυνας. Το παιδί κλείνεται, μειώνει τις δραστηριότητές του, περιορίζεται στον εαυτό του γιατί "το έξω" τού γίνεται επίφοβο. Εχει άγχος για το οτιδήποτε και έντονους φόβους. Δεν μπορεί να πάρει πρωτοβουλία, να παίξει με τα άλλα παιδιά και να το ευχαριστηθεί ή να επενδύσει σε κάτι καινούργιο. Κάθε τι καινούργιο τού προκαλεί φόβο. Οι κλινικές εκφράσεις της αναστολής μπορεί να είναι το άγχος του αποχωρισμού, να μην μπορεί να αποχωριστεί τη μητέρα του ή η σχολική φοβία. Το παιδί αρνείται να πάει στο σχολείο, φοβάται, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ένα συμμαθητή του που μπορεί να τον κορόιδεψε για κάτι. Οταν έρχεται λοιπόν η ώρα για το σχολείο πονάει το στομάχι του, πονάει το κεφάλι του, κάνει εμετούς ή διάρροιες. Δεν έχει τη δυνατότητα να τα βγάλει πέρα με την πραγματικότητα. Οταν πάλι πάει στο σχολείο, δεν είναι καλός μαθητής, δεν μπορεί να επενδύσει στη μάθηση γιατί είναι πάντα σε απόσυρση. Δεν είναι ότι δεν έχει τη νοητική ικανότητα, δεν έχει την ψυχική. Είναι ένα μπλοκαρισμένο παιδί».

Η υπερκινητικότητα πώς ορίζεται;

«Από μια τριάδα συμπτωμάτων. Το ένα έχει να κάνει με την κίνηση. Το παιδί δεν σταματάει να κινείται. Σκαρφαλώνει στον καναπέ, τρέχει πάνω - κάτω στο δωμάτιο, δεν κάθεται σε καρέκλα, δεν κάθεται να φάει, σηκώνεται όρθιο. Το κινητικό αυτό κομμάτι συνοδεύεται με διάσπαση προσοχής. Το παιδί δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σε κάτι. Δεν μπορεί να φτιάξει ένα παζλ, δεν μπορεί να διαβάσει τρεις σελίδες από ένα βιβλίο. Ξεκινάει να κάνει κάτι και το παρατάει για κάτι άλλο. Το τρίτο σύμπτωμα είναι η παρορμητικότητα. Τα παιδιά αυτά παθαίνουν συχνά ατυχήματα γιατί δεν σκέφτονται ότι αν σκαρφαλώσουν κάπου μπορεί να πέσουν. Γρήγορα χαρακτηρίζονται "κακά παιδιά" γιατί κάνουν συνέχεια φασαρία στο σχολείο, διακόπτουν τον δάσκαλο, τους συμμαθητές τους, κάνουν ό,τι τους περνάει από το μυαλό».

Τι κρύβεται πίσω από τις δύο διαταραχές που μας περιγράψατε; Παίζει ρόλο η οικογένεια;

«Σε όλες αυτές τις ιστορίες υπάρχει το ιδιοσυγκρασιακό, όπως λέμε, κομμάτι με το οποίο το παιδί γεννιέται -έχει δηλαδή μια τάση προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση- και υπάρχει και ένα κομμάτι που πλάθεται στη συνέχεια και έχει να κάνει με την οικογένεια και το περιβάλλον. Το ένα αλληλεπιδρά με το άλλο. Ολα ξεκινούν από την αλληλεπίδραση του γενετικού υλικού με το περιβάλλον».

Μιλήστε μας λίγο για τις οικογένειες των παιδιών που εμφανίζουν τέτοια συμπτώματα.

«Βρίσκουμε πολλά υπερκινητικά παιδιά σε δυσλειτουργικές οικογένειες, με γονείς που αντιμετωπίζουν και οι ίδιοι ψυχικά προβλήματα, με γονείς που δεν βάζουν όρια ή που έχουν ασυμφωνία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα το παιδί να μην μπορεί να προσανατολιστεί.

Πίσω, τώρα, από τα παιδιά με ψυχική αναστολή έχουμε συνήθως υπερπροστατευτικούς γονείς. Ανθρώπους που είναι καταθλιπτικοί και ανεσταλμένοι οι ίδιοι και το μεταφέρουν αυτό, κατά κάποιον τρόπο, στο παιδί. Οταν αρχίζεις να λες στο παιδί σου "μη αυτό", "μη εκείνο" ή εσύ ο ίδιος φοβάσαι ότι το παιδί θα αρρωστήσει, θα πάθει κάτι, όταν δεν το αφήνεις να κάνει παρέα με άλλα παιδιά γιατί είναι "κακά παιδιά", ή δεν το αφήνεις να κάνει κάτι γιατί μπορεί να χτυπήσει, τότε το άγχος σου το ενδοβάλλει το παιδί, το κάνει δικό του. Αν δεν πέσει το παιδί, να χτυπήσει, να το νιώσει δηλαδή αυτό και να δει ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα, τότε θα παραλύει συνέχεια από τον φόβο μήπως και πέσει, μήπως και το πάθει».

Υπάρχει κάποιο κοινό στοιχείο στα υπερκινητικά και τα ψυχικά ανεσταλμένα παιδιά;

«Είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση που έχουν. Το ανεσταλμένο παιδί δεν έχει καμιά εμπιστοσύνη στον εαυτό του, νομίζει ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα. Το υπερκινητικό παιδί έχει μια κακή εικόνα για τον εαυτό του από το αντίκρισμα που έχει η συμπεριφορά του στους άλλους».

Πότε ένα παιδί περνάει τα όρια της φυσιολογικής δραστηριότητας και γίνεται υπερκινητικό ή πότε μια έμφυτη συστολή γίνεται ψυχική αναστολή;

«Είναι πολύ δυσδιάκριτα τα όρια για το πότε, επί της ουσίας, ξεφεύγει η κατάσταση. Θα έλεγα επίσης ότι η κάθε κοινωνία είναι περισσότερο ή λιγότερο ανεκτική σε κάποιες συμπεριφορές του παιδιού.

Φαίνεται ότι οι μεσογειακές χώρες είναι πολύ πιο πρόθυμες να δεχτούν τα παιδιά τους λίγο πιο δραστήρια και πιο κινητικά απ' ό,τι οι βορειοευρωπαϊκές χώρες ή οι ΗΠΑ.

Γενικά, τώρα, θα λέγαμε ότι μια συμπεριφορά του παιδιού μπορεί να θεωρηθεί παθολογική από τη στιγμή που είναι δυσλειτουργική και από τη στιγμή που το εμποδίζει να κάνει πράγματα που αντιστοιχούν στην ηλικία του και να πάρει ευχαρίστηση απ' αυτά. Νομίζω ότι αυτό είναι το κριτήριο που πρέπει να κινητοποιεί πρωτίστως τους γονείς. Με τη θεραπευτική παρέμβαση σ' αυτή την ηλικία, την προσχολική ή τη σχολική, μπορούμε να προλάβουμε τις διαταραχές στην ενήλικη ζωή. Διαφορετικά, και αυτό είναι το πιο σημαντικό, το παιδί μπορεί να διαμορφώσει την προσωπικότητά του με βάση αυτό το σύμπτωμα. Με βάση την άσχημη εικόνα που έχει το ίδιο για τον εαυτό του. Δεν νιώθει αποδεκτό όπως τα άλλα παιδιά, περιθωριοποιείται στο σχολείο, είναι το "κακό παιδί" και σιγά σιγά περιθωριοποιείται και μέσα στην κοινωνία». *

πηγή