Κατάθλιψη: Όμοιας αποτελεσματικότητας αντικαταθλιπτικά, ψυχοθεραπεία και placebo

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

StumpleUpon DiggIt! Del.icio.us Blinklist Yahoo Furl Technorati Simpy Spurl Reddit Google Twitter FaceBook

081 Ούτε τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, ούτε και η συζήτηση έχουν καλύτερα αποτελέσματα από τα ανενεργά σκευάσματα (placebo) σε κλινική δοκιμή που έγινε για την θεραπεία της κατάθλιψης, αν και προέκυψαν ενδείξεις ότι οι επιδράσεις ποίκιλαν ανάλογα με το φύλο και τη φυλή των ασθενών.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο επιστημονικό έντυπο Journal of Clinical Psychiatry, η μελέτη (που χρηματοδοτήθηκε από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ) έρχεται να ενισχύσει την άποψη ότι οι συμμετέχοντες σε μελέτες που υποβάλλονται σε «πραγματικές» θεραπείες για την κατάθλιψη (από αντικαταθλιπτικά μέχρι το βότανο του St. John), τελικά δεν έχουν καλύτερο αποτέλεσμα, συγκριτικά με τα άτομα που παίρνουν placebo.
Μια πρόσφατη ανασκόπηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μειονότητα των χρηστών αντικαταθλιπτικών έχουν τελικά χειρότερο αποτέλεσμα από τους χρήστες των placebo.
Στην παρούσα μελέτη ο Δρ Ζακ Μπάρμπερ, πρύτανης του Ινστιτούτου Προηγμένων Ψυχολογικών Μελετών στο Πανεπιστήμιο Adelphi της Νέας Υόρκης, με τυχαία επιλογή υπέβαλλε 156 ασθενείς με κατάθλιψη είτε σε θεραπεία με σερτραλίνη (καθημερινά για 16 εβδομάδες), είτε σε ψυχοθεραπεία-υποστηρικτική θεραπεία έκφρασης (δύο φορές την εβδομάδα για τέσσερις εβδομάδες, και στην συνέχεια μια φορά την εβδομάδα για 12 εβδομάδες), είτε σε χρήση ανενεργό χαπιών (ομάδα placebo).
Μετά από 16 εβδομάδες, δεν καταγράφηκαν συνολικά διαφορές στον τρόπο ανταπόκρισης των τριών ομάδων. Από τους ασθενείς που πήραν αντικαταθλιπτικά, το 31% ανταποκρίθηκε στην θεραπεία (δηλαδή έπεσαν κάτω από ένα συγκεκριμένο σκορ στην μέτρηση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης, ή είχαν μείωση του σκορ κατά τουλάχιστον 50%). Το ίδιο ίσχυε και για το 28% των ασθενών που έκανε ψυχοθεραπεία και το 24% της ομάδας του placebo. Οι διαφορές μεταξύ των τριών ομάδων ήταν μικρές, και μπορεί να αποδοθούν στην τύχη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι συμμετέχοντες στις ομάδες placebo είχαν επαφή με επαγγελματίες υγείας που κατέγραφαν τα συμπτώματά τους και τη γενικότερη κατάσταση της υγείας τους. Και για ορισμένους ασθενείς αυτή η προσοχή έκανε τη διαφορά και εξηγεί μέρος του αποτελέσματος.
Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι συνήθως στις έρευνες, οι ασθενείς που συμμετέχουν στις ομάδες ελέγχου, πιστεύουν ότι υποβάλλονται σε πραγματική θεραπεία και αυτή η πεποίθηση παίζει καθοριστικό ρόλο στην βελτίωση της υγείας τους.
Ασχέτως αυτού, όμως, διαφορετικοί άνθρωποι ανταποκρίνονται διαφορετικά σε μια θεραπεία για την κατάθλιψη. Και ο Δρ Μπάρμπερ διαπίστωσε ότι αυτό ισχύει. Στη μελέτη συμπεριέλαβε άτομα χαμηλού εισοδήματος με μείζονα κατάθλιψη, ενώ το 45% των ασθενών ήταν αφρο-αμερικανικής καταγωγής άτομα, αναλογία ασυνήθιστα υψηλή για κλινική μελέτη της κατάθλιψης.
Οι ασθενείς αυτοί λοιπόν έτειναν να βελτιώνονται ταχύτερα με την ψυχοθεραπεία, παρά με τη φαρμακευτική αγωγή ή τα placebo. Αντίθετα, οι άνδρες της λευκής φυλής είχαν καλύτερα αποτελέσματα με το placebo, ενώ οι γυναίκες αφρικανικής καταγωγής δεν είχαν διαφορές στις αντιδράσεις τους ως προς και τις τρεις θεραπευτικές τακτικές. Μόνο οι γυναίκες της λευκής φυλής είχαν το αναμενόμενο: γρήγορη ανταπόκριση στα φάρμακα και την ψυχοθεραπεία.
Ο ψυχίατρος Ντέιβιντ Μισουλον επίκουρος καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ σχολιάζει ότι «τα ευρήματα είναι μεν ενδιαφέροντα, αλλά δεν θα πρέπει να ερμηνευθούν πρόχειρα. Αντί να πιστέψουμε ότι καμιά θεραπεία δεν αποτελεσματική, θα πρέπει να σκεφτούμε το αντίθετο: όλες είναι λειτουργικές ως έναν βαθμό.»
Συμβουλεύει λοιπόν τους πάσχοντες από κατάθλιψη να συζητούν με τον θεράποντα ιατρό τους, τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα κάθε θεραπείας, πριν επιλέξουν.
Εξάλλου ένα μειονέκτημα της έρευνας, είναι ότι μελέτησε μόνο δύο τύπους φαρμάκων (μερικοί ασθενείς πήραν βενλαφαξίνη, αφού δεν ανταποκρίνονταν στην σερτραλίνη μετά από οκτώ εβδομάδες) και εξετάστηκε η αποτελεσματικότητα μόνο μιας μεθόδου ψυχοθεραπείας.
Η υποστηρικτή θεραπεία έκφρασης είναι μεροπρόθεσμη μορφή ψυχανάλυσης με στόχο να κατανοήσει ο ασθενής πως οι προσωπικές του σχέσεις συνδέονται με τα συμπτώματα του. Είναι λοιπόν διαφορετική από την γνωστική συμπεριφορική θεραπεία, που συνήθως προτιμάται στην θεραπεία της κατάθλιψης.

health.in.gr