Βιταμίνη Ε, συνένζυμο Q10 και καρδιαγγειακή υγεία

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

StumpleUpon DiggIt! Del.icio.us Blinklist Yahoo Furl Technorati Simpy Spurl Reddit Google Twitter FaceBook

Αξιολογώντας πλειάδα επιδημιολογικών μελετών ο Gey με τους συνεργάτες του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έλλειψη σε βασικά αντιοξειδωτικά στοιχεία της τροφής, μπορεί να οδηγήσει σε ρίσκο για καρδιαγγειακά νοσήματα. Τα αντιοξειδωτικά αυτά στοιχεία με την έντονη προστατευτική δράση, είναι η βιταμίνη Ε και το συνένζυμο Q10.

Η λιποδιαλυτή βιταμίνη Ε, απαντάται σε 8 φυσικά ομόλογα και δρα αντιοξειδωτικά προστατεύοντας το κύτταρο από την βλαπτική επίδραση των ελευθέρων ριζών. Σε αυτή της την προσπάθεια πολύτιμος αρωγός είναι το σεληνοεξαρτώμενο ένζυμο υπεροξειδάση της γλουταθειόνης, που παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην επαναφορά της βιταμίνης Ε στην αρχική της φάση, μετά από την αντίδρασή της με συγκεκριμένες ελεύθερες ρίζες.

Στην επιδημιολογική μελέτη MONICA (monitoring of determinants and trends in cardiovascular disease), όπου έλαβαν μέρος άνδρες από 16 χώρες, φάνηκε ξεκάθαρα η αντίστροφη σχέση της βιταμίνης Ε με την εμφάνιση καρδιαγγειακών προβλημάτων.

Τα θετικά αυτά συμπεράσματα ενισχύονται και από τα πορίσματα δύο άλλων σημαντικών μελετών. Τόσο στην US Nurses’ Health Study, που έλαβαν μέρος 87.000 γυναίκες ηλικίας 34-59 ετών, όσο και σε μελέτη των Rimm, Stampfer και Ascherio που δημοσιεύτηκε στην New England Journal of Medicine και στην οποία έλαβαν μέρος 40.000 άνδρες ηλικίας 40-75 ετών, βρέθηκε πως η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης Ε για τουλάχιστο 2 χρόνια, σχετίζεται άμεσα με σημαντική μείωση του ρίσκου για στεφανιαία νόσο.

Τα τελευταία χρόνια μελετάται το ενδεχόμενο, η βιταμίνη Ε να κατέχει και άλλες αντιαθηρογόνες επιδράσεις πέρα από τις αντιοξειδωτικές και ήδη οι αρχικές εικασίες για αντιθρομβωτική δράση, έχουν αρχίσει να μετουσιώνονται σε εν τοις πράγμασι επιστημονικά στοιχεία.

Επιπρόσθετα, μια ομάδα ουσιών, οι τοκοτριενόλες, που ανήκουν στη μεγάλη οικογένεια της βιταμίνης Ε, θεωρούνται σήμερα ισχυροί αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, υποβοηθώντας έτσι στην μείωση της ενδογενούς παραγωγής της χοληστερόλης.

Το συνένζυμο Q10 είναι ένα σημαντικότατο αντιοξειδωτικό στοιχείο, που όμως εμφανίζει και άλλες αξιόλογες επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό. Το 1978 ο Βρετανός Peter Mitchell τιμήθηκε με Nobel για τις έρευνές του σχετικά με το ρόλο του Q10 στους μηχανισμούς παραγωγής ενέργειας σε κυτταρικό επίπεδο.

Οι εξέχουσες αντιοξειδωτικές ιδιότητες του Q10 συνοψίζονται τόσο στην αυτούσια δράση του ως δεσμευτής των ελευθέρων ριζών, αλλά και στη συνεισφορά του ως διεγέρτης της επαναφοράς της βιταμίνης Ε στην ενεργή της μορφή, έπειτα από την αντίδρασή της με κάποια ελεύθερη ρίζα.

Το συνένζυμο Q10 το παράγει ο οργανισμός μας αλλά το παίρνουμε και μέσω κάποιων τροφών (όπως το σκουμπρί). Η ενδογενής σύνθεση του Q10 εξαρτάται από την επάρκεια των αμινοξέων τυροσίνη και φαινυλαλανίνη, αλλά και από την συμμετοχή 7 ακόμα βιταμινών και αρκετών ιχνοστοιχείων. Κάθε λοιπόν έλλειψη σε έναν από τους προδρόμους της σύνθεσης του Q10, μπορεί να οδηγήσει σε ανεπαρκή παραγωγή, αυτού του πολύτιμου συνενζύμου. Τέτοια φαινόμενα παρατηρούνται σε διατροφή χορτοφαγικού τύπου και στην τρίτη ηλικία, ενώ παρατεταμένη φαρμακευτική αγωγή με στατίνες (φάρμακα που χορηγούνται σε υπερλιπιδαιμίες) και συγκεκριμένα αντιδιαβητικά φάρμακα, οδηγεί σε μείωση των επιπέδων Q10 του οργανισμού.

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψιν αυτά τα στοιχεία και ταυτόχρονα γνωρίζοντας πως η σύγχρονη διατροφή Δυτικού Τύπου παρέχει στον οργανισμό μας την ανεπαρκή ποσότητα των 5 mg Q10 ημερησίως, η συμπληρωματική χορήγηση του Q10 έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο στόχαστρο των ερευνητών, με ομολογουμένως ελπιδοφόρα αποτελέσματα έως σήμερα.

(Πηγή iatronet)